Χ. Σοφιανοπούλου: Τα Ελληνόπουλα δεν κατέχουν γνώσεις και δεξιότητες του 21ου αιώνα



Τα απογοητευτικά αποτελέσματα της έρευνας PISA για το 2018, αναφορικά με τις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στην κατανόηση κειμένου, τα Μαθηματικά και τις Φυσικές επιστήμες, δεν θα μπορούσαν να μην μας προβληματίσουν. Απευθυνθήκαμε, λοιπόν, στην κ. Χρύσα Σοφιανοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια στο γνωστικό αντικείμενο Ανάλυση της Εκπαιδευτικής Επίδοσης και της Πληροφορικής Κατάρτισης στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, και Εθνική Διαχειρίστρια του Προγράμματος PISA του Ο.Ο.Σ.Α. προκειμένου να μας εξηγήσει γιατί συμβαίνει αυτό και τι χρειάζεται να γίνει, ώστε το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα να «βγάζει» πιο άρτια καταρτισμένους ανθρώπους.
1. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, στις πρώτες θέσεις διάκρισης βρίσκονται τόσο οι μαθητές από την Κίνα και την Άπω Ανατολή όσο και από τις Εσθονία, Καναδά, Φινλανδία και Ιρλανδία. Πού αποδίδετε τις εξαιρετικές τους επιδόσεις; Σε τι υπερτερούν οι χώρες αυτές;
Είναι πολλοί και διαφορετικοί οι παράγοντες που ερμηνεύουν τις επιδόσεις των χωρών. Το PISA μας δίνει στοιχεία αλλά η ερμηνεία κάθε φορά εξαρτάται από την οπτική που ο καθένας αντιμετωπίζει ένα εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν θα σταθώ στην Κίνα και τη Σιγκαπούρη διότι δεν έχουν εκπαιδευτικά συστήματα που μ’ενδιαφέρουν. Όμως της Φινλανδίας ή της Εσθονίας, που έχει κάνει την έκπληξη από το 2015, αξίζει να τα προσέξουμε. Ενδεικτικά θα πω, προσπαθώντας να καλύψω πολλές οπτικές, ότι τα σχολεία της Φινλανδίας χαρακτηρίζονται για την αυτονομία τους, για το υψηλό επίπεδο εκπαιδευτικών, παράλληλα για τις υψηλές αμοιβές τους αλλά και για την εξατομικευμένη παρακολούθηση των μειονεκτούντων μαθητών.

2. Με βαθμολογίες χειρότερες και από του 2015, που ήταν πολύ κάτω στην παγκόσμια κατάταξη, οι Έλληνες μαθητές κατέλαβαν την 45η θέση σε σύνολο 78 χωρών, ενώ το ποσοστό αυτών που δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν ούτε στα βασικά, είναι εξαιρετικά υψηλό. Τι φταίει και οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών είναι διαρκώς χαμηλές τα τελευταία χρόνια;
Θα πρέπει εδώ να διευκρινίσω πάλι ότι δεν αναφερόμαστε σε σχολικές επιδόσεις ή γνώσεις. Το PISA αξιολογεί το αν και πώς οι μαθητές μπορούν να αξιοποιήσουν δημιουργικά τις σχολικές γνώσεις για να ‘λύσουν’ πρωτόγνωρα προβλήματα που τους θέτουμε. Αυτό είναι κάτι που οι Ελληνες μαθητές δεν το διδάσκονται, δεν είναι εξοικειωμένοι. Επομένως είναι αναμενόμενες οι σχετικές επιδόσεις.

3. Χωρίς να δαιμονοποιούμε συλλογικά το εκπαιδευτικό μας σύστημα, ποια σημεία θεωρείτε ότι πρέπει οπωσδήποτε να αλλάξουν;
Φυσικά δεν πρέπει να δαιμονοποιούμε το εκπαιδευτικό μας σύστημα και παράλληλα το PISA, όπως λέω συχνά, δεν είναι ευαγγέλιο. Όμως δεν γίνεται να αδιαφορούμε πια για τις τόσες ενδείξεις. Κάτι φαίνεται να μην πηγαίνει καλά. Το θέμα είναι πολύ σύνθετο. Θα σταθώ σε δύο σημεία μόνο. Πρώτα, στα κίνητρα των μαθητών για μάθηση. Χρειάζεται να κάνουμε πιο ελκυστικό το σχολείο και να δείξουμε στους μαθητές τους δρόμους που οδηγεί η γνώση. Και κατόπιν (που συνδέεται με το πρώτο) στις πρακτικές διδασκαλίας. Δεν θέλουμε πλέον δασκαλοκεντρική προσέγγιση και εκπαιδευτικό που καθοδηγεί. Θέλουμε μαθητές που να συμμετέχουν ενεργά στην εκπαιδευτική διαδικασία.

4. Ποια διαδικασία ακολουθήθηκε ως προς την αξιολόγηση των μαθητών; Πώς καταρτίζεται κάθε φορά η σχετική έρευνα; Πώς γίνεται η αξιολόγηση των μαθητών στα γνωστικά πεδία;

Η προετοιμασία της έρευνας διαρκεί περίπου 3 χρόνια. Για να κατασκευαστούν τα ερευνητικά εργαλεία (γνωστικά τεστ, ερωτηματολόγια κλπ) , να ελεγχθούν από όλες τις χώρες ότι είναι σύμφωνα με τα αναλυτικά τους προγράμματα, να μεταφραστούν σε όλες τις γλώσσες ακριβώς με τον ίδο τρόπο, να γίνει η δειγματοληψία των σχολείων και των μαθητών, να δημιουργηθεί το λογισμικό του τεστ, να διεκπεραιωθεί η έρευνα στα σχολεία αφού πρώτα επιμορφωθούν οι υπεύθυνοι καθηγητές σε κάθε σχολείο, να ‘βαθμολογηθούν’ οι ανοιχτές ερωτήσεις των τεστ αφού πρώτα επιμορφωθούν οι βαθμολογητές, να συμπληρωθεί και ελεγχθεί η βάση δεδομένων.

Για όλα αυτά δουλεύουν ομάδες από κάθε χώρα και μεγάλα ερευνητικά κέντρα που αναλαμβάνουν κεντρικές δράσεις.

Είναι μια πολύπλοκη διαδικασία που εξασφαλίζει όμως αξιοπιστία και εγκυρότητα στην έρευνα.

Στο PISA 2018 συμμετείχαν από την Ελλάδα 6.403 15 χρονοι μαθητές, από 256 σχολεία όλης της χώρας.

• Χρησιμοποιήθηκαν ηλεκτρονικά ερωτηματολόγια (η έρευνα στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε στα εργαστήρια Πληροφορικής των σχολείων), με συνολική διάρκεια δύο ώρες για κάθε μαθητή.

• Τα θέματα γνωστικής φύσεως ήταν ένας συνδυασμός ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής και ερωτήσεων που απαιτούσαν από τους μαθητές να παρουσιάσουν τις δικές τους απαντήσεις. Τα θέματα οργανώθηκαν σε ομάδες με αφετηρία ένα εισαγωγικό κείμενο που αναφερόταν σε μια ρεαλιστική κατάσταση.

• Οι μαθητές απάντησαν επίσης σε ένα ερωτηματολόγιο κοινωνικο-δημογραφικών στοιχείων το οποίο απαιτούσε 35’ για να συμπληρωθεί. Το ερωτηματολόγιο αναζητούσε πληροφορίες σχετικά με:


– το προφίλ των μαθητών και το οικογενειακό τους υπόβαθρο, συμπεριλαμβανομένου του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτιστικού κεφαλαίου που έφεραν.
– πτυχές της ζωής των μαθητών, όπως η στάση τους απέναντι στη μάθηση, οι συνήθειες και η καθημερινότητά τους τους εντός και εκτός του σχολείου.
– πτυχές της μάθησης, συμπεριλαμβανομένου του ενδιαφέροντος, των κινήτρων και της συμμετοχής (εμπλοκής) των μαθητών με τη σχολική καθημερινότητα.

• Οι μαθητές απάντησαν επίσης σε:

– ένα ερωτηματολόγιο αναφορικά με την εξοικείωση με τις Τεχνολογίες Πληροφορίας & Επικοινωνιών (ΤΠΕ), με επίκεντρο τη διαθεσιμότητα και χρήση των ΤΠΕ, την ικανότητα τους να κάνουν δραστηριότητες στον υπολογιστή και τη στάση τους απέναντι στη χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών.

– ένα ερωτηματολόγιο σταδιοδρομίας, το οποίο στόχευε στη συλλογή δεδομένων αναφορικά με τις απουσίες, τη μελλοντική (επαγγελματική) σταδιοδρομία των μαθητών και την υποστήριξή τους από το σχολείο στα θέματα Φυσικών Επιστημών.

• Οι διευθυντές των σχολείων απάντησαν σε ένα ειδικά διαμορφωμένο ερωτηματολόγιο, διάρκειας περίπου 45’, στην προσπάθεια συλλογής δεδομένων αναφορικά με:
– πτυχές των σχολείων, όπως οι ανθρώπινοι και υλικοί πόροι των σχολείων, η δημόσια και ιδιωτική χρηματοδότηση, οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων, οι πρακτικές στελέχωσης και οι εξωσχολικές δραστηριότητες που προσφέρονται.
– το περιεχόμενο της διδασκαλίας, συμπεριλαμβανομένων των θεσμικών δομών και τύπων, το μέγεθος της τάξης, το σχολικό κλίμα, καθώς και δραστηριοτήτες σχετικές με τις Φυσικές Επιστήμες στην τάξη.

5. Μπορείτε να μας σκιαγραφήσετε το προφίλ του Ελληνα μαθητή που πετυχαίνει εξαιρετικά καλές επιδόσεις;
Πριν λίγες μέρες δημοσιεύσαμε, με τους συνεργάτες μου, στη διαΝΕΟσις για πρώτη φορά το προφίλ του έλληνα μαθητή με υψηλές επιδόσεις.

Πολύ συνοπτικά θα το σκιαγραφούσαμε ως εξής: «Είναι μαθήτρια (ή μαθητής), από αστική περιοχή, με μορφωμένους γονείς και υψηλό κοινωνικό-οικονομικό-πολιτισμικό επίπεδο. Πήγε σε προνήπιο και παιδικό σταθμό από πολύ μικρή ηλικία, και στο σχολείο απολαμβάνει τα μαθήματα που έχουν σχέση με τις φυσικές επιστήμες, τα οποία την ενδιαφέρουν πολύ. Είναι πολύ ευαίσθητη για τα περιβαλλοντικά θέματα, αλλά δεν είναι αισιόδοξη και ανησυχεί πολύ για το μέλλον του πλανήτη. Πηγαίνει σε ιδιωτικό σχολείο που έχει καλό εξοπλισμό και δασκάλους που προσαρμόζονται ευκολότερα ανάλογα με τις ανάγκες της διδασκαλίας. Δεν πάει φροντιστήριο ή πηγαίνει λιγότερες ώρες από τους άλλους μαθητές».

6. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι μαθητές από ευνοικό κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον τα πήγαν καλύτερα από τους μη προνομιούχους. Ποια είναι εκείναι τα εφόδια που μπορούν να απολαμβάνουν αυτοί οι μαθητές σε σχέση με τα λιγότερο ευνοημένα παιδιά;
Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Οι μαθητές από υψηλότερα κοινωνικο-οικονομικο-πολιτισμικά περιβάλλοντα φαίνεται να κατέχουν σε μεγάλο βαθμό τις γνώσεις και δεξιότητες που αξιολογεί το PISA. Aυτό μας δείχνει ότι τις έχουν αποκτήσει εκτός σχολείου. Εχουμε επομένως ένα σχολείο που δεν είναι σε θέση να άρει τις ανισότητες και να δώσει τη δυνατότητα και στους μειονεκτούντες μαθητές να κατακτήσουν υψηλές γνώσεις και δεξιότητες.

7. Το φιλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα θεωρείται ως πρότυπο για το ευρωπαικό εκπαιδευτικό γίγνεσθαι. Ποια σημεία του θεωρείτε ότι μπορούμε να υιοθετήσουμε στο ελληνικό σχολείο;
Είναι πολλές οι ιδιαιτερότητες του φινλανδικού εκπαιδευτικού συστήματος. Κάποιες από αυτές θα μπορούσαν να υιοθετηθούν και από εμάς. Ενδεικτικά θα αναφέρω τη διδασκαλία όχι σε γνωστικά αντικείμενα αλλά σε θεματικές ενότητες μέσα από τις οποίες διδάσκονται τα πάντα. Επί παραδείγματι στη θεματική ενότητα Μεταλλαγμένα τρόφιμα οι μαθητές μπορούν να διδαχθούν από Χημεία έως Κοινωνιολογία.

8. Έχουμε ωστόσο και το εξής παράδοξο: Μαθητές με κακές επιδόσεις, αλλά άκρως περιζήτητους φοιτητές. Αυτό πώς το εξηγείτε;

Τι σημαίνει «άκρως περιζήτητους φοιτητές»; Αν εννοείτε τους φοιτητές ή τους επιστήμονες που διαπρέπουν στο εξωτερικό, ναι βεβαίως υπάρχουν όμως δεν είναι ο κανόνας. Οι έρευνες δείχνουν ότι έχουμε μαθητές που δεν κατέχουν τις γνώσεις και δεξιότητες του πολίτη του 21ου αιώνα. Επί παραδείγματι να εξηγούν φαινόμενα με επιστημονικό τρόπο ή να παίρνουν μέρος σε έναν δημόσιο διάλογο. Και πρόκειται για τις γνώσεις εκείνες που θα τους κάνουν να συμμετάσχουν αποτελεσματικά στις σύγχρονες κοινωνίες και να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες της εποχής.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις