Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Ο μύθος της ουδετερότητας

Συνέντευξη του Κώστα Γαβρόγλου στην Εφημερίδα των Συντακτών


1) Μια ευρύτατα διαδεδομένη άποψη υποστηρίζει ότι η ιστορία της επιστήμης εκτυλίσσεται παράλληλα και ανεξάρτητα από την εκάστοτε κοινωνική-οικονομική ιστορία. Ως ιστορικός της επιστήμης αποδέχεστε αυτή την άποψη; Και σε ποιο βαθμό η κοινωνική-οικονομική πραγματικότητα επηρεάζει ή, μήπως, διαμορφώνει την παραγωγή και την εξέλιξη των επιστημονικών ιδεών;


Από τα μέσα του 16ου αιώνα, την περίοδο που συμβατικά θεωρούμε ότι μορφοποιούνται οι απαρχές της σύγχρονης επιστήμης, η διαμόρφωση των νέων επιστημονικών ιδεών και πρακτικών φαίνεται να επηρεάζεται από το ιδεολογικό, πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζουν και εργάζονται οι επιστήμονες.
Η έρευνα ιστορικών των επιστημών εμπλουτίζει συνεχώς τη βιβλιογραφία με παραδείγματα που πιστοποιούν αυτή τη θέση. Υπάρχουν, όμως, ακόμη κάποιοι που θεωρούν ότι η επιστήμη έχει μια απόλυτη αυτονομία από την κοινωνία. Αν, όμως, θέσουμε το ερώτημα για το πώς θα οδηγηθούμε σε μια πληρέστερη και σφαιρικότερη κατανόηση όσων έγιναν στο παρελθόν, τότε θα συνειδητοποιήσουμε ότι αντί να εστιάσουμε την προσοχή μας μονάχα στις αυτονομημένες από το κοινωνικό γίγνεσθαι «μεγάλες επιστημονικές ιδέες», θα πρέπει να προσπαθήσουμε να δούμε γιατί οι συγκεκριμένες ιδέες διαμορφώθηκαν τότε που διαμορφώθηκαν, σε ποιες τοπικότητες εκφράστηκαν, ποιο ήταν το αξιακό πλέγμα της εποχής τους, ποιες άλλες δυνατότητες υπήρχαν για τους επιστήμονες της εποχής εκτός από αυτήν που ακολούθησαν και με ποιους τρόπους οι επιστήμονες αυτοί προσπάθησαν να πείσουν άλλους αλλά και την κοινωνία για την αλήθεια όσων υποστήριζαν.
Η επικράτηση και η διάχυση της επιστημονικής γνώσης δεν είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά και μόνο της εγγενούς αλήθειας της. Αυτό σημαίνει πως η αλήθεια που οι επιστήμονες αποκαλύπτουν δεν είναι μια διαχρονική ή μάλλον αχρονική έννοια. Η έννοια της αλήθειας φαίνεται να είναι μια έννοια διαμορφωμένη από τους ανθρώπους, οι οποίοι αιώνες ολόκληρους φιλονικούν για το ακριβές φιλοσοφικό της περιεχόμενο, για τις διαδικασίες πιστοποίησής της και για τον κοινωνικό, ιδεολογικό και πολιτισμικό της ρόλο στις διάφορες κοινωνίες.


2) Μέχρι πρόσφατα, στην ιστοριογραφική σκέψη επικρατούσε μια απόλυτη διάκριση της «εσωτερικής» από την «εξωτερική» ιστορία των επιστημών. Η διάκριση αυτή, και οι αμοιβαίοι αποκλεισμοί που συνεπάγεται, εξακολουθεί να έχει σήμερα κάποιο νόημα;

Υπάρχουν ερωτήματα που απαντώνται πειστικότερα με τη μία προσέγγιση και άλλα με την άλλη. Το διακύβευμα σε κάθε είδους ιστορία δεν είναι να «αποδειχθεί» η υπεροχή ενός ιστοριογραφικού σχήματος σε σχέση με άλλα. Το διακύβευμα είναι να τίθενται ενδιαφέροντα ερωτήματα, να διευρύνεται συνεχώς το φάσμα των ερωτημάτων που μπορούν να τεθούν και να απαντώνται αυτά τα ερωτήματα πειστικά.
Για πολλές δεκαετίες, από το τέλος του 19ου αιώνα και μετά, η πλειονότητα των ιστορικών και των φιλοσόφων των επιστημών είχε την πεποίθηση ότι η επιστήμη είναι το ξετύλιγμα και η αποκάλυψη μιας προϋπάρχουσας, αντικειμενικής δομής της φύσης. Η άποψη αυτή, που μελετούσε την ιστορία των επιστημών μονάχα ως αποτέλεσμα της «εσωτερικής» δυναμικής των επιστημών, για πολλά χρόνια απογύμνωσε την ιστορία των επιστημών από το γοητευτικότερο στοιχείο της: ότι και την επιστήμη τη δημιουργούν άνθρωποι που ζουν και επηρεάζονται από όσα συμβαίνουν γύρω τους και όχι κάποιοι διανοητικοί μηχανισμοί ανεξάρτητοι από τις εμπειρίες, τις ιδεολογίες, τις πεποιθήσεις και τις καθημερινές επιδιώξεις των ανθρώπων.

Κανένα πλέγμα επιστημονικών ιδεών και πρακτικών, όσο «πρωτοποριακό» και αν είναι, δεν έρχεται από το πουθενά, δηλαδή δεν προκύπτει μόνο από την ιδιοφυΐα των δημιουργών, αλλά κρύβει μέσα του το σύνολο σχεδόν όσων διαδραματίζονται στον εξωτερικό κόσμο. Το παρελθόν των επιστημών γίνεται κατανοητό μονάχα ως το αποτέλεσμα ενός συνόλου πολιτισμικών διεργασιών που συντελούνται τόσο μέσα στην επιστημονική κοινότητα όσο και έξω από αυτήν, όπου τα δύο είδη διεργασιών είναι σε απόλυτη εξάρτηση μεταξύ τους.


3) Πολλοί σύγχρονοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τόσο η κοινωνική ιδιοποίηση όσο και η ίδια η παραγωγή των επιστημονικών ιδεών είναι «απλώς» μια κοινωνική κατασκευή. Αν αυτή η κατασκευασιοκρατική προσέγγιση ισχύει, τότε πώς διαφοροποιούνται ο λόγος και η πρακτική της επιστήμης από την κοινωνική ιδεολογία;

Το να ισχυρίζεται κανείς ότι η επιστήμη είναι αποκλειστικά μια κοινωνική κατασκευή, είναι εξίσου περιοριστικό με το να υποστηρίζει πως η εξέλιξη των επιστημών οφείλεται μόνο σε εσωτερικούς παράγοντες της επιστήμης. Οι απόλυτες θέσεις ενέχουν έναν δογματισμό που ελάχιστα μας βοηθάει να αποτιμήσουμε την πολυμορφία που μας αποκαλύπτει η ιστορία των επιστημών.
Η κοινωνική κατασκευασιοκρατία υποστηρίζει ότι ένας επιτυχημένος επιστημονικός κλάδος δεν είναι δεδομένο ότι θα εξελισσόταν με τον τρόπο που εξελίχθηκε, ότι θα μπορούσε να έχει επιτυχίες και με άλλους τρόπους, οι οποίοι όχι μόνο θα είχαν διαφορετική κατάληξη, αλλά δεν θα ήταν καθόλου σίγουρο ότι θα συνέκλιναν στη σημερινή μορφή του.
Η πιο γόνιμη, ίσως, ιδέα που αναδείχθηκε από αυτές τις συζητήσεις είναι η έννοια της ενδεχομενικότητας: όπως τα πολιτικά και τα πολιτισμικά φαινόμενα έτσι και οι επιστήμες θα ήταν δυνατόν να είχαν εξελιχθεί αλλιώς. Η ενδεχομενικότητα μας προτρέπει να μελετήσουμε την ιστορία των επιστημών μέσα από τους συγκεκριμένους τρόπους εργασίας των επιστημόνων, τις αποφάσεις που παίρνουν σχετικά με την έρευνά τους και τα κριτήρια αυτών των αποφάσεων, τις επιστημονικές διαμάχες, τη δομή και τις διαδικασίες αποφάσεων στα πανεπιστήμια, στις ακαδημίες, στα ερευνητικά κέντρα, στους οργανισμούς χρηματοδότησης της έρευνας.
Με άλλα λόγια, για την πολύπλευρη κατανόηση της ιστορίας των επιστημών, η κοινωνική κατασκευασιοκρατία μάς επιβάλλει να επικεντρωθούμε στις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στους επιστήμονες. Eχετε δίκιο ότι η εμμονή σε αυτά και μόνο τα σχήματα οδηγεί στην ταύτιση της επιστήμης με την ιδεολογία. Γι” αυτό και έχει μεγάλη σημασία να έχουμε συνέχεια στο μυαλό μας ότι υπάρχουν περιορισμοί που προσδιορίζονται από τη φύση και συνδιαμορφώνουν το πλαίσιο της εξέλιξης των επιστημών.

4) Μαζί με τον Θεόδωρο Αραμπατζή επιμεληθήκατε την έκδοση στα ελληνικά δύο ανθολογιών με πολύ σημαντικές μελέτες που σχετίζονται με την ιστορία της σύγχρονης φυσικής: η πρώτη ήταν «Ο Αϊνστάιν και η σχετικότητα», ενώ πριν από ένα μήνα κυκλοφόρησε «Η κρίση στη Φυσική και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης». Η ανάγνωση αυτών των μελετών οδηγεί, μεταξύ άλλων, σε ένα περίεργο και μάλλον απρόσμενο συμπέρασμα: οι στενές σχέσεις εξάρτησης της επιστήμης από την κοινωνία και τον πολιτισμό (και αντιστρόφως!) παραμένουν συνήθως αδιαφανείς ή και ακατανόητες για τους επιστήμονες-πρωταγωνιστές των μεγάλων επιστημονικών καινοτομιών. Πώς εξηγείτε αυτή την ιδιότυπη ιστορική-κοινωνιολογική τυφλότητα;

Με τον κ. Αραμπατζή επιμεληθήκαμε αυτούς τους δύο τόμους ώστε να συμβάλουμε και στην Ελλάδα στη συζήτηση που έχει αρχίσει διεθνώς σχετικά με την αντίληψη ότι η δημιουργία και οι απαρχές των επιστημονικών θεωριών, ακόμη και των πιο αφηρημένων θεωριών στη φυσική, όπως αυτές της σχετικότητας και της κβαντικής, γίνονται κατανοητές μονάχα αν συνυπολογίσει κανείς τις εξαιρετικά περίπλοκες κοινωνικές αλλά και πολιτισμικές διεργασίες. Τα τεκταινόμενα στην Κεντρική Ευρώπη των αρχών του 20ού αιώνα στην περίπτωση της Θεωρίας της Σχετικότητας και όσα είχαν συμβεί στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης του Μεσοπολέμου στην περίπτωση της Κβαντικής Θεωρίας φαίνεται να είχαν καταλυτικές επιρροές στη διατύπωση αυτών των θεωριών.
Επισημαίνετε, και πολύ σωστά, πως δεν είναι σαφές αν οι πρωταγωνιστές έχουν συνείδηση αυτών των επιρροών. Μα αυτό δεν είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και γοητευτικά στοιχεία της ιστορίας γενικά; Oτι τα υποκείμενα τις στιγμές ή και τις περιόδους που ενεργούν, δεν συνειδητοποιούν τις σχέσεις που έχουν με τη μεγάλη εικόνα. Το ίδιο δεν ισχύει και σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δημιουργικότητας; Οι μεγάλοι ζωγράφοι ή μουσικοί όταν συνέθεταν τα έργα τους είχαν συνείδηση των πολύμορφων επιρροών που είχαν από το περιβάλλον τους; Βέβαια, έβλεπαν τον εαυτό τους να παίρνει μέρος σε διαμάχες με άλλους δημιουργούς και να προβάλλουν τα έργα τους ως συνειδητή έκφραση των απόψεών τους για μια σειρά από ζητήματα. Λοιπόν το ίδιο κάνουν και οι επιστήμονες! Είναι περίεργο που ενώ σχεδόν όλοι συμφωνούμε ότι στην περίπτωση της ζωγραφικής, της μουσικής και της λογοτεχνίας μπορούμε να θέσουμε ερωτήματα για τη σχέση των έργων που παράγονται με τον κοινωνικό περίγυρο, στην περίπτωση των επιστημών τέτοια ερωτήματα προκαλούν αμηχανία, μέχρι και αντιδράσεις του τύπου «αυτά είναι ανοησίες». Εγκυροι ιστορικοί, φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι αλλά και φυσικοί επιστήμονες θεωρούν πια ότι όλα αυτά δεν είναι ανοησίες, και οι δύο τόμοι που επιμεληθήκαμε με τον κ. Αραμπατζή προσπαθούν, στο μέτρο του δυνατού, να συμβάλουν στην αλλαγή αυτού του κλίματος απαξίωσης αντίστοιχων προβληματισμών και στην Ελλάδα.

5) Πρωταρχικός στόχος του κυρίαρχου σήμερα εκπαιδευτικού συστήματος δεν είναι τόσο η κατανόηση της πολυδιάστατης επιστημονικής περιπέτειας όσο η συσσώρευση και η ευχέρεια χρήσης κάποιων ειδικών γνώσεων-πληροφοριών. Η συστηματικότερη καλλιέργεια της ιστορίας και της φιλοσοφίας των επιστημών θα μπορούσε να συμβάλει στην ανατροπή αυτής της γνωσιακά ατελέσφορης και κοινωνικά επικίνδυνης κατάστασης;
Για να ανατραπεί αυτή η κατάσταση χρειάζονται πολλά πράγματα. Σίγουρα η εξοικείωση με τη φιλοσοφία και την ιστορία των επιστημών και της τεχνολογίας μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός νέου κλίματος. Ωστόσο, η διδασκαλία αυτών των ειδικοτήτων στα σχολεία και τα πανεπιστήμια δεν αρκεί. Σημασία έχει πώς διδάσκουμε αυτές τις ειδικότητες και πώς γίνονται οι συσχετίσεις με τα άλλα γνωστικά αντικείμενα.
Ολοένα και περισσότερο σήμερα η γνώση εργαλειοποιείται και ταυτοχρόνως ακυρώνεται η αυταξία της. Η μόνη λύση είναι να πείσουμε την κοινωνία μέσα από την καθημερινή πράξη στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, ότι υπάρχουν εναλλακτικές προσεγγίσεις που είναι δυνατόν να ανοίξουν κάποιες χαραμάδες. Όσο παράδοξο κι αν φαίνεται, σήμερα είμαι πολύ πιο αισιόδοξος ότι τελικά θα τα καταφέρουμε. Διότι ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός μαθητών, φοιτητών και διδασκόντων συνειδητοποιεί το πλήρες αδιέξοδο του εκπαιδευτικού συστήματος και με μύριους τρόπους αναζητεί λύσεις και προσπαθεί να πειραματιστεί. Σε αυτό το τόσο ρευστό πεδίο είναι βέβαιο ότι η φιλοσοφία και η ιστορία των επιστημών θα μπορούσαν να παίξουν τον δικό τους ρόλο.

 
Ο Κ. Γαβρόγλου είναι καθηγητής Ιστορίας των Επιστημών στο Τμήμα ΜΙΘΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ προγενέστερα είχε διδάξει Φυσική και Ιστορία των Επιστημών στο ΕΜΠ. Ως επισκέπτης καθηγητής έχει επίσης διδάξει στα Πανεπιστήμια της Βοστόνης, του Χάρβαρντ, του Κέμπριτζ και στο Πολυτεχνείο της Κωνσταντινούπολης. Μέλος συντακτικών επιτροπών διαφόρων ξενόγλωσσων ειδικών περιοδικών, καθώς και του ελληνικού περιοδικού «Νεύσις». Συγγραφέας αξιόλογων βιβλίων και πλήθους άρθρων γύρω από θέματα ιστορίας και μεθοδολογίας της επιστήμης.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

ΥΓ Είχα την τιμή ως φοιτήτρια του Φυσικού τμήματος να κάνω την διπλωματική μου εργασία με τον Κώστα Γαβρόγλου. Η εμπειρία και οι γνώσεις που έλαβα τότε  καθόρισαν την εξέλιξή μου ,και γιαυτό τον ευχαριστώ θερμά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Άλλα θέματα

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...