Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

Στέφανος Τραχανάς: «Αιώνιες αλήθειες και ακλόνητες βεβαιότητες στην επιστήμη δεν υπάρχουν».

Συνέντευξη στον Γιώργο Καρουζάκη

Η πρόσφατη κυκλοφορία του νέου βιβλίου, Το φάντασμα της Όπερας. Η επιστήμη στον πολιτισμό μας (Εκδ. ΠΕΚ), του φυσικού Στέφανου Τραχανά ήταν η αφορμή για να συζητήσουμε μαζί του για τον ρόλο της επιστήμης στον πολιτισμό μας, τον αντιδογματισμό της επιστήμης, τους φυσικούς νόμους που δρουν κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων και για το θέατρο του δικού μας αισθητού κόσμου.
Η επιστήμη βρίσκεται στο επίκεντροτου βιβλίου σας το οποίο, όμως, χτίζεται πάνω σε μια αλληγορία βασισμένη στο πασίγνωστο μιούζικαλ, Το φάντασμα της όπερας. Πώς συνδέονται αυτοί οι δύο φαινομενικά ετερόκλητοι κόσμοι, ο κόσμος της επιστήμης και ο κόσμος της τέχνης;
«Δεν είναι και τόσο «ετερόκλητοι» όσο έχουμε μάθει να πιστεύουμε. Στην υψηλότερη εκδοχή της η θεμελιώδης επιστήμη – αυτή που καταπιάνεται με τα μεγάλα ερωτήματα για την προέλευση του κόσμου και της ζωής– μπορεί να είναι πηγή σπάνιας αισθητικής και διανοητικής απόλαυσης. «Η προσπάθεια να καταλάβουμε το σύμπαν –λέει κάπου ένας από τους πρωτεργάτες της σύγχρονης κοσμολογίας– είναι ένα από τα λίγα πράγματα που ανυψώνουν την ανθρώπινη ζωή πάνω από το επίπεδο της φάρσας, δίνοντάς της κάτι από τη χάρη της τραγωδίας».
Επιπλέον, η βαθιά κατανόηση της σύγχρονης φυσικής –ακριβώς επειδή η μαθηματική της διατύπωση είναι πολύ αφηρημένη– απαιτεί τη χρήση δυνατών εικόνων και μεταφορών που ενεργοποιούν όχι μόνο το λογικό αλλά και το συναισθηματικό μας ημισφαίριο. Ακόμα πιο αναγκαία είναι η χρήση τέτοιων «εργαλείων» – δανεισμένων βεβαίως από την περιοχή της τέχνης– αν θέλουμε να «αφηγηθούμε» την επιστήμη στους φοιτητές μας ή στο ευρύτερο μορφωμένο κοινό. Την αλληγορία του φαντάσματος της όπερας χρησιμοποίησα κι εγώ στο βιβλίο για το οποίο συζητάμε, ελπίζω με επιτυχία».

Αν θυμάμαι καλά, χρησιμοποιήσατε, πρώτη φορά, αυτή την αλληγορία στην ομιλία της ομάδας ΘΑΛΗΣ + ΦΙΛΟΙ για να περιγράψετε το ρόλο της αρχής της αβεβαιότητας στο σύμπαν. Έτσι δεν είναι;
«Έτσι ακριβώς. Και μάλιστα το (επεξεργασμένο) κείμενο εκείνης της ομιλίας είναι σήμερα το πρώτο από τα εννέα κεφάλαια του βιβλίου. Η αλληγορία είναι τούτη: Όπως στο κλασικό μυθιστόρημα του Γκαστόν Λερού –όπου ένας ιδιοφυής συνθέτης με παραμορφωμένο πρόσωπο, διευθύνει τις παραστάσεις από τα σκοτεινά υπόγεια της όπερας του Παρισιού– έτσι και στον φυσικό κόσμο η «μουσική» γράφεται στο υπόγειο. Στα έγκατα της ύλης. Γιατί εκεί είναι εγκατεστημένος ο μυστικός συνθέτης. Η αρχή της αβεβαιότητας. Εκείνος ο θεμελιώδης φυσικός νόμος που δρα στην πιο καθαρή μορφή του στο μικροσκοπικό επίπεδο. Κι από εκεί ρυθμίζει όλα όσα συμβαίνουν επί… σκηνής. Στο θέατρο του δικού μας αισθητού κόσμου. Η αλληγορία πάει όμως κι ένα βήμα πιο πέρα. Όπως και το φάντασμα του Γκαστόν Λερού, έτσι και το φάντασμα του… Χάιζενμπεργκ (αυτού που ανακάλυψε την αρχή της αβεβαιότητας) δεν έχει… αγγελικό πρόσωπο. Είναι ό,τι πιο ξένο προς τις εδραιωμένες αντιλήψεις μας για τον φυσικό κόσμο έχει χρειαστεί να διαχειριστούμε μέχρι τώρα. Η θεμελιώδης πιθανοκρατία την οποία εισάγει αυτή η αρχή –και στην οποία οφείλει το όνομά της– είναι τόσο ανοίκεια ώστε μεγάλοι φυσικοί, όπως ο Αϊνστάιν, αρνήθηκαν μέχρι τέλους να την αποδεχτούν. Η αρχή της αβεβαιότητας είναι λοιπόν πράγματι το φάντασμα της όπερας∙ το φάντασμα του κόσμου μας. Σ΄αυτήν οφείλουμε μέχρι και την ύπαρξή μας. Τη δυνατότητα του σύμπαντος να φτάσει ως την αυτογνωσία».

Στο βιβλίο σας επεκτείνετε όμως την αλληγορία και στην ίδια την επιστήμη. Λέτε ότι είναι «το φάντασμα στον πολιτισμό μας».
«Πράγματι, αυτό έκανα. Όμως γι΄αυτή την επέκταση φταίτε… εσείς! Η ομάδα ΘΑΛΗΣ + ΦΙΛΟΙ. Διότι η βιντεοσκοπημένη μορφή της ομιλίας που δόθηκε σ΄εσάς αναρτήθηκε μετά στον ιστότοπο ομιλιών του Ιδρύματος Μποδοσάκη (www.blod.gr) όπου και διαπίστωσα (προς μεγάλη μου έκπληξη) ότι η χρήση της αλληγορίας του φαντάσματος έκανε την αρχή της αβεβαιότητας –την πιο «σκοτεινή» αρχή της φυσικής– τόσο ελκυστική, ώστε η ομιλία εκείνη να έχει γίνει μια από τις δημοφιλέστερες του blod. Και αυτό ήταν το «πειραματικό δεδομένο» που με βοήθησε να καταλάβω τη δύναμη αυτής της αλληγορίας και με ώθησε να επεκτείνω –όπως λέτε– το περιεχόμενό της ώστε να περιλαμβάνει όχι μόνο το φάντασμα στη φύση –την αρχή της αβεβαιότητας– αλλά και το φάντασμα στον πολιτισμό μας. Δηλαδή, την επιστήμη την ίδια ως κοινωνικό θεσμό. Μια δημιουργική δύναμη που επίσης κυβερνά τον κόσμο από το… υπόγειο. Κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Και την οποία ο πολιτισμός μας δυσκολεύεται να διαχειριστεί αν και θαυμάζει.
Από τη διάλεξη του Στέφανου Τραχανά που διοργάνωσε η ομάδα ΘΑΛΗΣ + ΦΙΛΟΙ στο Σαλόνι των Κατακουζηνών

»Η επιστήμη ως κινητήρια δύναμη της τεχνολογίας είναι αναμφίβολα πολύ ψηλά στις αξίες αυτού του πολιτισμού∙ στο ρετιρέ. Όμως το πνεύμα της επιστήμης –ο θεμελιώδης αντιδογματισμός της– δεν είναι ιδιαίτερα προσφιλές στο σύγχρονο άνθρωπο και κυρίως στα πολλαπλά συστήματα χειραγώγησής του. Απολαμβάνουμε τη «μουσική» αλλά δεν θέλουμε να βλέπουμε το πρόσωπο του συνθέτη. Ή, για να το πω διαφορετικά: Η θέση της επιστήμης στον πολιτισμό μας είναι εκείνη ενός περίεργου ξένου. Κάνουμε δουλειές μαζί του αλλά δεν τον καλούμε ποτέ στο σπίτι μας».

Οι επαναστατικές ανακαλύψεις των τελευταίων χρόνων στην κοσμολογία, αλλά και η ανακάλυψη του σωματιδίου Χιγκς στο CERN, δημιουργούν την εντύπωση ότι η Φυσική… περνάει μεγάλες μέρες. Αλήθεια, τι μένει ακόμα να μάθουμε σχετικά με τη δημιουργία και την εξέλιξη του κόσμου μας;
«Αυτό που κάνει πάντα η επιστημονική πρόοδος –και ειδικότερα οι μεγάλες ανακαλύψεις– είναι να σπρώχνει όλο και μακρύτερα την περιοχή του αγνώστου. Και ουδείς γνωρίζει αν αυτή η διαδικασία –τουλάχιστον στη θεμελιώδη φυσική– θα οδηγηθεί ποτέ σ΄ένα τέλος. Επιστρέφοντας στην κοσμολογία, αυτό που μπορώ να πω είναι ότι οι ανακαλύψεις που έγιναν τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχουν απωθήσει την περιοχή του αγνώστου απειροστά κοντά στην αρχή του χρόνου. Στο πρώτο τρισεκατομμυριοστό του τρισεκατομμυριοστού του τρισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου μετά τη μεγάλη έκρηξη! Φαίνεται ένα «αστείο» διάστημα αυτό για να έχει μια οποιαδήποτε σημασία για τη συνέχεια, δηλαδή τα επόμενα 13,8 δισ. χρόνια που ακολούθησαν. Και όμως αυτή ήταν η πιο δημιουργική εποχή στην ιστορία του σύμπαντος. Είναι η κβαντική του εποχή. Διότι το σύμπαν ήταν τότε τόσο συμπιεσμένο –π.χ., μια τεράστια μάζα όπως αυτή του γαλαξία μας είχε τότε μικροσκοπικές διαστάσεις – ώστε οι νόμοι που το κυβερνούσαν θα έπρεπε να είναι εκείνοι του ατομικού και πυρηνικού μικρόκοσμου. Δηλαδή η αρχή της αβεβαιότητας. Το γνωστό μας «φάντασμα». Εκείνος ο παράξενος φυσικός νόμος που δεν επιτρέπει στα σωματίδια της ύλης να μένουν ακίνητα σε κάποια θέση αλλά τα υποχρεώνει σε ένα διαρκές κβαντικό «τρέμουλο». Έτσι, σε έναν καθαρά κβαντικό κόσμο η επιφάνεια της θάλασσας δεν θα ήταν ποτέ απολύτως ήρεμη. Θα είχε έναν διαρκή τυχαίο κυματισμό, ακόμα και σε συνθήκες πλήρους άπνοιας! Τέτοιου τύπου «κβαντικοί κυματισμοί» συνέβαιναν συνεχώς στο σύμπαν κατά την κβαντική του εποχή και χάρις σε αυτούς έσπαγε διαρκώς η ομοιομορφία του αρχέγονου κοσμικού χυλού –της αρχέγονης καυτής σούπας– και έτσι μπόρεσαν να δημιουργηθούν οι σπόροι της ανομοιομορφίας γύρω από τους οποίους κατάφερε αργότερα η βαρύτητα να περισυλλέξει την περιβάλλουσα ύλη και να δημιουργήσει έτσι τις μεγάλες κοσμικές δομές. Τα σμήνη γαλαξιών, τους γαλαξίες και μέσα σ΄αυτούς τα άστρα και τους πλανήτες τους· τα λίκνα της ζωής. Φαίνεται τρελό αλλά έτσι ακριβώς είναι. Η «μοίρα» του σύμπαντος –και η δική μας– κρίθηκε εκείνο το «αστείο» χρονικό διάστημα του ενός τρισεκατομμυριοστού του τρισεκατομμυριοστού του τρισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου μετά τη μεγάλη έκρηξη!

»Και αν η πρόσφατη παρατήρηση, από τον Νότιο Πόλο, του «αποτυπώματος» που άφησαν πάνω στο αρχέγονο φως τα κύματα βαρύτητας της μεγάλης έκρηξης, επιβεβαιωθεί με νεότερες παρατηρήσεις, τότε θα είναι η πρώτη φορά που θα έχουμε άμεση πρόσβαση στο τι συνέβη στην καθαρά κβαντική εποχή του σύμπαντος. Όταν το «φάντασμα» δεν ήταν κρυμμένο στο υπόγειο. Είχε ανέβει πάνω στην ίδια τη σκηνή. Κυβερνούσε όχι μόνο τον μικρόκοσμο αλλά και το ίδιο το σύμπαν.

»Εκεί λοιπόν είναι το μέτωπο της επιστήμης σήμερα. Με όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Ακόμα και εκείνο μιας θεμελιώδους ανατροπής. Μιας επιστημονικής επανάστασης συγκρίσιμης με εκείνες της κβαντομηχανικής και της σχετικότητας. Είναι ένα σπουδαίο μήνυμα αυτό και θα πρέπει να βρούμε τρόπο να φτάσει στη νέα γενιά. Κυρίως στους ταλαντούχους νέους ανθρώπους που ασφυκτιούν μέσα στο «μολυσμένο περιβάλλον» που τους προσφέρει σήμερα η χώρα».

Μια συνεχής επισήμανση στο βιβλίο σας αφορά το αντιδογματικό πνεύμα της επιστήμης, που την καθιστά ενοχλητική σε όλα τα κλειστά εξουσιαστικά συστήματα. Είναι εφικτό αυτό το αντιδογματικό πνεύμα να μεταφερθεί, κάποια στιγμή, από την επιστήμη στη δημόσια ζωή; Ποιες θα ήταν οι κοινωνικές επιπτώσεις αυτής της μετατόπισης;
«Δεν ξέρω πόσο εφικτό είναι αυτό σε μας, ξέρω όμως ότι οι μόνες επιτυχημένες κοινωνίες του σύγχρονου κόσμου είναι εκείνες που κατάφεραν να θέσουν υπό έλεγχο το τέρας. Τον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία στα οποία εξωθούν τους ανθρώπους όλα τα δογματικά συστήματα. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που λέτε –δηλαδή η διάδοση της αντιδογματικής σκέψης– είναι ένας από τους βασικούς λόγους, αν και όχι ο μόνος, που με ώθησαν να γράψω το βιβλίο για το οποίο συζητάμε. Με αυτή την έννοια θεωρώ ότι δεν είναι κακή ιδέα να κλείσουμε τούτη τη συζήτηση παραθέτοντας ένα κομμάτι από το τελευταίο του κεφάλαιο, που έχει τον τίτλο: Η ηθική αξία της επιστήμης. Αντιγράφω λοιπόν.
‘‘Αιώνιες αλήθειες και ακλόνητες βεβαιότητες στην επιστήμη δεν υπάρχουν. Η επιστημονική γνώση αναδεικνύεται έτσι ως το μόνο είδος ανθρώπινης γνώσης που εμπεριέχει την εύλογη αμφιβολία —και επομένως τη διαρκή διαθεσιμότητα για αλλαγές και αναθεωρήσεις— ως συστατικό της στοιχείο.
Αν όμως το στοιχείο της εύλογης αμφιβολίας είναι παρόν ακόμα και στην πιο σκληρή επιστήμη —τη φυσική— πώς μπορεί να κραδαίνει κανείς βεβαιότητες στα κατ’ εξοχήν- πολυσήμαντα και φευγαλέα κοινωνικά και ανθρώπινα ζητήματα; Είναι δυνατόν να εγείρονται αξιώσεις μονοσήμαντης αλήθειας στα ζητήματα αυτά; Φονικές βεβαιότητες κυριαρχούν παρ’ όλα αυτά και στον σύγχρονο κόσμο και απειλούν τον ανθρώπινο πολιτισμό, όπως πολλές φορές στο παρελθόν. Η ηθική αξία της επιστήμης είναι φανερή σ’ αυτό το κάδρο. Αν διδάσκαμε την επιστήμη έτσι ώστε να φωτίζονται όχι μόνο τα επιμέρους επιτεύγματά της αλλά και η γενικότερη στάση της απέναντι στα πράγματα —η εύλογη αμφιβολία και ο υγιής σκεπτικισμός που τη διακρίνουν—, τότε ίσως οι κοινωνίες μας να ήταν κάπως σοφότερες ή, έστω, λιγότερο αυτοκαταστροφικές απ’ ό,τι σήμερα.
Για έναν ψύχραιμο παρατηρητή είναι φανερό ότι ο πολιτισμός μας —ο παγκόσμιος πολιτισμός— χρειάζεται επειγόντως μια ισχυρή ένεση ανεκτικότητας και ανεξιγνωμίας και ένα πνεύμα εύλογου σκεπτικισμού και αμφιβολίας απέναντι στις μεγάλες «βεβαιότητες». Θρησκευτικές, ιδεο-λογικές, εθνικές ή φυλετικές βεβαιότητες, που εμφανίζονται ξανά μπροστά μας ως «σωτηρία», ενώ αποτελούν την καρδιά του προβλήματος.
Αν γραφόταν κάποτε ένα βιβλίο με θέμα την ανθρώπινη κακοδαιμονία —μια ιστορία των συμφορών που το είδος μας προκάλεσε στον εαυτό του— τότε η έννοια-κλειδί που θα διαπερνούσε όλα του τα κεφάλαια θα ήταν, πιστεύω, τούτη: φανατισμός. Φανατισμός και το υποχρεωτικό συμπαρακολούθημά του: η μισαλλοδοξία. Και ο προσεκτικός μελετητής της ιστορίας θα διαπίστωνε επίσης ότι οι πιο επιτυχημένες κοινωνίες ήταν —και είναι— εκείνες που κατάφεραν να ελέγξουν κάπως το τέρας· να βάλουν το τζίνι στο μπουκάλι. Να αναπτύξουν μια κουλτούρα συνεννόησης όπου καμία πλευρά του κοινωνικού συμβολαίου δεν μπορεί να έχει μονομερώς δίκιο απέναντι σε μια άλλη.
Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε το πολυτιμότερο εφόδιο που θα έπρεπε να δίνει μια καλή παιδεία στους ανθρώπους της θα ήταν η ανοιχτή σκέψη. Ανοιχτή στο ενδεχόμενο και ο άλλος να έχει δίκιο. Και το παράδειγμα της επιστήμης —ο θεμελιώδης αντιδογματισμός της— θα μπορούσε να είναι η βάση για την καλλιέργεια μιας τέτοιας ανοιχτής σκέψης.’’

Δημοσίευση σχολίου

Άλλα θέματα

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...