Η διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων στην Ελλάδα


Είναι γεγονός ότι στη χώρα μας υπάρχουν ραδιενεργά απόβλητα, που προκύπτουν από πολλές, επιθυμητές και επωφελείς χρήσεις ραδιενεργών πηγών και υλικών. Αποδεχόμενοι τα οφέλη των ραδιενεργών ακτινοβολιών, αποδεχόμαστε και την υποχρέωση να φροντίσουμε και για τα απόβλητα που εμείς οι ίδιοι παράγουμε στη χώρα μας. Τα απόβλητα που παράγουμε δεν είναι πολλά, ούτε υψηλού επιπέδου, ωστόσο, είναι υπαρκτά. Το μεγαλύτερο μέρος των αποβλήτων μας είναι ιατρικά-νοσοκομειακά για τα οποία, απλώς, αρκεί βραχύβια επί τόπου διαχείριση. Για τα μακρόβια απόβλητα προκρίνεται, κατά προτεραιότητα και στο μέτρο του τεχνικά και νομικά εφικτού, η λύση της ανακύκλωσης-επαναπατρισμού. Όμως, ούτε αυτό αρκεί 100%. Για τις ποσότητες που απομένουν υπάρχει ένα εθνικό σχέδιο για την ασφαλή μεσο-μακροπρόθεσμη διαχείρισή τους, που περιλαμβάνει την οριστική λύση της διάθεσης (μόνιμη εναπόθεση, χωρίς πρόθεση επανάκτησης).Η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ) έχει σαφή εικόνα του όγκου των ραδιενεργών αποβλήτων που υπάρχουν στη χώρα. Τα στοιχεία αυτά είναι διαθέσιμα σε κάθε ενδιαφερόμενο μέσω του διαδικτυακού τόπου http://www.eeae.gr. Αυτή τη στιγμή δεν υφίσταται πρόβλημα τελικής διαχείρισης ραδιενεργών αποβλήτων. Όλα γίνονται με ασφάλεια και υπό πλήρη ρυθμιστικό έλεγχο. Το ελληνικό κράτος έχει αναλάβει αποφασιστικά και με διαφάνεια να δημιουργήσει το κατάλληλο πλαίσιο για την μακροπρόθεσμη ασφαλή διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων, με γνώμονα την προστασία πολιτών και περιβάλλοντος. Με τον τρόπο αυτό, φροντίζουμε να είμαστε ασφαλείς τώρα και στο μέλλον, χωρίς να μεταθέτουμε την ευθύνη σε επόμενες γενιές.
Στα 15 σημεία που ακολουθούν συνοψίζονται όσα οφείλουμε να γνωρίζουμε για τη διαχείριση ραδιενεργών αποβλήτων στη χώρα.

1. Τι είναι τα ραδιενεργά απόβλητα και από πού προέρχονται;

Ραδιενεργά απόβλητα είναι τα εναπομείναντα «άχρηστα» προϊόντα που προκαλούνται από δραστηριότητες με ραδιενεργές πηγές και ραδιενεργά υλικά. Ταυτόσημοι είναι οι όροι «ραδιενεργά κατάλοιπα» και «ραδιενεργά απορρίμματα».
Οι ραδιενεργές πηγές και ραδιενεργά υλικά περιέχουν ραδιενεργές ουσίες (ραδιοϊσότοπα) και χρησιμοποιούνται καθημερινά:
στην ιατρική: για διαγνωστικές εξετάσεις και θεραπείες στην πυρηνική ιατρική (π.χ. χρήση ραδιοφαρμάκων), ή στην ακτινοθεραπεία (π.χ. πηγές ακτινοβολίας και ενδοϊστικά εμφυτεύματα για ακτινοθεραπεία νεοπλασιών-καρκινικών όγκων),
στη βιομηχανία: για ραδιογραφήσεις, για την αποστείρωση υλικών, για τον έλεγχο ποιοτικών και λειτουργικών παραμέτρων (π.χ. μέτρηση στάθμης ή πάχους υλικών) και άλλες εφαρμογές,
στην έρευνα και εκπαίδευση: για πειράματα βιολογίας, χημείας, επιστήμης υλικών, κλπ.,
σε εξειδικευμένες εφαρμογές: εντοπισμός κοιτασμάτων, γεωλογικές μελέτες, κλπ.


2. Πόσο επικίνδυνα είναι τα ραδιενεργά απόβλητα;

Σύμφωνα με τη διεθνώς χρησιμοποιούμενη ταξινόμηση των ραδιενεργών αποβλήτων, αυτά διαχωρίζονται, κατά αύξουσα σειρά επικινδυνότητας, σε πολύ βραχύβια απόβλητα (Very Short Lived Waste, VSLW), πολύ χαμηλού επιπέδου απόβλητα (Very Low Level Waste, VLLW), χαμηλού επιπέδου απόβλητα (Low Level Waste, LLW), μετρίου επιπέδου απόβλητα (Ιntermediate Level Waste, ILW) και υψηλού επιπέδου απόβλητα (High Level Waste HLW). Ενδεικτικά, τα απόβλητα από αντιδραστήρες είναι κυρίως μετρίου και υψηλού επιπέδου (ILW και HLW), από εφαρμογές πυρηνικής ιατρικής πολύ βραχύβια (VSLW), από βιομηχανικές εφαρμογές πολύ χαμηλού ή – σπανιότερα – χαμηλού επιπέδου (VLLW και LLW).
Τα «ρεύματα ραδιενεργών αποβλήτων» (waste streams), δηλαδή ο τρόπος διαχείρισης και διάθεσης (σ.σ. η διάθεση είναι η μόνιμη και οριστική εναπόθεση σε ειδική εγκατάσταση, χωρίς πρόθεση επανάκτησης), κλιμακώνονται ανάλογα με το είδος των ραδιενεργών αποβλήτων σε συνδυασμό με τη χρησιμοποιούμενη τεχνολογία.
Γενικά, η διαχείριση των ραδιενεργών και πυρηνικών αποβλήτων είναι ένα εξειδικευμένο, ιδιαίτερα τεχνικό και πολύπλοκο ζήτημα που προκαλεί αισθήματα αντίδρασης, αμφισβήτησης και φόβου. Είναι γεγονός ότι αποτελεί ένα από τα θέματα που εγείρουν ανησυχία στους Ευρωπαίους πολίτες (Ευρωβαρόμετρο 2008, 2010). Η έρευνα ταυτόχρονα, όμως, δείχνει πως οι πολίτες θεωρούν ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να υλοποιήσουν τώρα λύσεις για τα ραδιενεργά απόβλητα, αντί να τις μεταθέτουν για το μέλλον.
Για πρώτη φορά το 2011 εκδόθηκε Ευρωπαϊκή Οδηγία για το θέμα αυτό, την οποία η Ελλάδα μετέφερε στο εθνικό δίκαιο. Η ειλημμένη πλέον Ευρωπαϊκή απόφαση είναι ότι «κάθε χώρα οφείλει να φροντίσει για τα δικά της απόβλητα».


3. Ποια είναι η διαφορά των πυρηνικών αποβλήτων από τα ραδιενεργά απόβλητα;

Τα πυρηνικά απόβλητα είναι μια ειδική κατηγορία ραδιενεργών αποβλήτων και πρόκειται για το εναπομένον πυρηνικό καύσιμο (συνήθως ουράνιο και τα προϊόντα αυτού), το οποίο καθίσταται «άχρηστο» για τη λειτουργία ενός αντιδραστήρα. Τα πυρηνικά απόβλητα, λόγω της επικινδυνότητάς τους και της ανάγκης για ειδική μεταχείριση, αναφέρονται και αντιμετωπίζονται ξεχωριστά. Η διεθνώς αποδεκτή μέθοδος για την τελική διαχείριση των πυρηνικών αποβλήτων είναι η εναπόθεση σε μεγάλα γεωλογικά βάθη (deep geological disposal).


4. Υπάρχουν στην Ελλάδα είτε πυρηνικά απόβλητα είτε ραδιενεργά απόβλητα;

Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πυρηνικά απόβλητα διότι δεν υπάρχουν εφαρμογές που θα μπορούσαν να τα δημιουργήσουν (π.χ. πυρηνικοί αντιδραστήρες).
Υπάρχουν, παράγονται και θα συνεχίσουν να παράγονται σχετικά μικρές ποσότητες ραδιενεργών αποβλήτων που χρήζουν διαχείρισης και τελικής λύσης (διάθεσης, δηλαδή μόνιμης και οριστικής εναπόθεσης σε ειδική εγκατάσταση χωρίς πρόθεση επανάκτησης).


5. Πως είναι δυνατό μια μικρή χώρα, όπως η Ελλάδα, να έχει ραδιενεργά απόβλητα;

Δεν υπάρχει χώρα στον κόσμο που να μην έχει ραδιενεργά απόβλητα, καθώς σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες, γίνεται εκτεταμένη χρήση ραδιενεργών ακτινοβολιών σε διάφορες εφαρμογές. Όλοι μας, άμεσα ή έμμεσα, απολαμβάνουμε καθημερινά τα οφέλη από τη χρήση των ραδιενεργών πηγών, όπως ενδεικτικά μέσω της διασφάλισης ποιότητας καταναλωτικών προϊόντων (αποστείρωση, έλεγχοι ποιότητας), της ανάπτυξης και έρευνας (γεωλογικές μελέτες κοιτασμάτων), των διαγνωστικών εξετάσεων πυρηνικής ιατρικής και των θεραπειών (ακτινοθεραπεία), της πυρασφάλειας (χρήση πυρανιχνευτών). Είναι αναμενόμενο να απομένουν από τις εφαρμογές αυτές είτε υλικά που είναι ραδιενεργά είτε ραδιορυπασμένα αντικείμενα, τα οποία χρήζουν ειδικής διαχείρισης.


6. Τι ραδιενεργά απόβλητα υπάρχουν στην Ελλάδα;

Τα παραγόμενα στην Ελλάδα ραδιενεργά απόβλητα προκύπτουν κατά κύριο λόγο από εφαρμογές στον τομέα της ιατρικής και τους τομείς της βιομηχανίας και της έρευνας. Στην πλειονότητά τους, τα παραγόμενα από αυτές τις εφαρμογές απόβλητα είναι πολύ βραχύβια (VSLW), πολύ χαμηλού επιπέδου (VLLW) ή χαμηλού επιπέδου (LLW), τα οποία μετά από επί τόπου βραχυπρόθεσμη διαχείριση, απομειώνονται κάτω από τα όρια αποδέσμευσης και μπορούν να αποδεσμευτούν στο περιβάλλον.
Επιπλέον, ωστόσο, παράγονται και θα συνεχίσουν να παράγονται σχετικά μικρές ποσότητες ραδιενεργών αποβλήτων στα οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί η μέθοδος της αποδέσμευσης και χρήζουν μακροπρόθεσμης διαχείρισης. Ενδεικτικά:
Μεσαίου επιπέδου απόβλητα (ILW) δύναται να προκύψουν κατά τη φάση του παροπλισμού και της αποξήλωσης του ερευνητικού πυρηνικού αντιδραστήρα του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος». Τα αναλωθέντα καύσιμα του ερευνητικού πυρηνικού αντιδραστήρα, που είναι υψηλού επιπέδου απόβλητα (HLW), με βάση τις ισχύουσες, συναφθείσες κατά την εισαγωγή του καυσίμου διεθνείς συμφωνίες, επιστρέφονται στην προμηθεύτρια χώρα (ΗΠΑ) και συνεπώς δεν αποτελούν ραδιενεργά (πυρηνικά) απόβλητα για τη χώρα μας.
Ραδιενεργά απόβλητα πολύ χαμηλού ή χαμηλού επιπέδου (VLLW, LLW), τα οποία παράγονται κατά την αποξήλωση αλεξικέραυνων και πυρανιχνευτών ή από δραστηριότητες ιατρικών και ερευνητικών εργαστηρίων (π.χ. ραδιορυπασμένα αντικείμενα).
Υπάρχουν μεμονωμένες περιπτώσεις εντοπισμού ραδιενεργών πηγών και υλικών σε φορτία παλαιών μετάλλων (scrap), τα οποία εισάγονται προς ανακύκλωση από ελληνικές βιομηχανίες ανακύκλωσης μετάλλων. Οι ραδιενεργές αυτές πηγές συνήθως καταλήγουν να αποτελούν ραδιενεργά απόβλητα πολύ χαμηλού ή χαμηλού επιπέδου (VLLW, LLW).
Υπάρχουν παραπροϊόντα της βιομηχανίας (π.χ. μεταλλευτικής, παραγωγής λιπασμάτων, εξόρυξης υδρογονανθράκων) που περιέχουν υψηλές συγκεντρώσεις φυσικών ραδιονουκλιδίων (Naturally Occurring Radioactive Materials – NORM). Τέτοια υλικά NORM μπορούν σε κάποιες περιπτώσεις να χαρακτηριστούν ως ραδιενεργά απόβλητα, συνήθως πολύ χαμηλού επιπέδου (VLLW).
Κάποια ραδιορυπασμένα αντικείμενα ή ραδιενεργά υλικά, όπως όργανα ελέγχου παλαιών οχημάτων που περιέχουν ράδιο, εργαλεία ραδιορυπασμένα με φυσική ραδιενέργεια (NORM), μηχανές αεροσκαφών που περιέχουν θόριο, οργανικοί σπινθηριστές, κλπ. καταλήγουν να αποτελούν ραδιενεργά απόβλητα, ως επί το πλείστον πολύ χαμηλού επιπέδου (VLLW).

Ο συνολικός ετήσιος όγκος αυτών των ραδιενεργών αποβλήτων είναι κυμαινόμενος, λόγω της μη κανονικότητας δημιουργίας αυτών των αποβλήτων. Εκτιμάται ότι κατά μέσο όρο είναι μικρότερος του ενός κυβικού μέτρου ανά έτος. Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι ένας όγκος ραδιενεργών αποβλήτων υπάρχει ήδη στη χώρα μας από παλαιότερες εφαρμογές, π.χ. από τη λειτουργία του ερευνητικού αντιδραστήρα του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος», αλλά και άλλων εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων, τα οποία χρήζουν τελικής διαχείρισης (τέτοια παλιά απόβλητα, που διεθνώς αποκαλούνται «ιστορικά» (legacy or historical waste), υπάρχουν σε όλες τις χώρες).
Αναλυτικά στοιχεία για τα ραδιενεργά απόβλητα στη χώρα περιλαμβάνονται στις εθνικές εκθέσεις, οι οποίες είναι διαθέσιμες σε κάθε ενδιαφερόμενο μέσω του διαδικτυακού τόπου της ΕΕΑΕ και υποβάλλονται τακτικά προς τη διεθνή κοινότητα. Με άλλα λόγια, όλα γίνονται με ασφάλεια και υπό πλήρη ρυθμιστικό έλεγχο.


7. Ποιοι είναι οι τρόποι διαχείρισης ραδιενεργών αποβλήτων;

Τα ραδιενεργά απόβλητα, λόγω της επικινδυνότητάς τους για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, χρήζουν είτε άμεσης/βραχυπρόθεσμης εγκεκριμένης διαχείρισης απευθείας από τον παραγωγό τους, είτε μακροπρόθεσμης και οργανωμένης διαχείρισης σε εγκεκριμένες για τον σκοπό αυτό ειδικές εγκαταστάσεις.
H τελική διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων μπορεί να γίνει με δύο τρόπους:
με αποδέσμευση στο περιβάλλον, εφόσον οι ραδιενεργές ουσίες έχουν εξασθενήσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να πληρούνται τα θεσμοθετημένα επίπεδα αποδέσμευσης. Τα επίπεδα αποδέσμευσης έχουν τεθεί με κριτήριο, ώστε οποιοδήποτε άτομο του πληθυσμού να μην δέχεται δόση ακτινοβολίας πάνω από 10 μSv (μικρο-Σίβερτ) ανά έτος από το σύνολο των απελευθερώσεων των ραδιενεργών ουσιών στο περιβάλλον. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτουν, κυρίως, τα ιατρικά – νοσοκομειακά ραδιενεργά απόβλητα.
με διάθεση (δηλαδή μόνιμη και οριστική εναπόθεση, χωρίς πρόθεση επανάκτησης) σε εγκεκριμένη εγκατάσταση διάθεσης ραδιενεργών αποβλήτων.

Η επ’ αόριστον αποθήκευση δεν συνιστά οριστική λύση τελικής διαχείρισης για λόγους τεχνικούς και νομικούς, και δεν αποτελεί επιλογή με βάση τις αποδεκτές διεθνείς πρακτικές και το Ευρωπαϊκό δίκαιο (Οδηγία 2011/70/Ευρατόμ).


8. Τα ιατρικά – νοσοκομειακά ραδιενεργά απόβλητα πως τα διαχειριζόμαστε;

Τα ιατρικά – νοσοκομειακά ραδιενεργά απόβλητα προέρχονται κυρίως από τα εργαστήρια πυρηνικής ιατρικής, όπου ραδιοφάρμακα χρησιμοποιούνται σε διαγνωστικές εξετάσεις (σπινθηρογραφήματα) ή θεραπείες. Τα απόβλητα αυτά είναι κυρίως:
ραδιορυπασμένα αντικείμενα, όπως φιαλίδια, σύριγγες, ιματισμός ασθενών, που τα διαχειρίζεται το εξειδικευμένο προσωπικό των εργαστηρίων πυρηνικής ιατρικής.
ραδιενεργά εκκρίματα εσωτερικών ασθενών των νοσοκομείων-κλινικών που τα διαχειρίζεται το προσωπικό των εργαστηρίων πυρηνικής ιατρικής με διαδικασίες που υπόκεινται σε ρυθμιστικό έλεγχο. Επισημαίνεται ότι στα κέντρα ιωδιοθεραπείας καρκίνου του θυρεοειδούς με ιώδιο 131 (Ι-131) υπάρχουν εγκατεστημένες και λειτουργούν δεξαμενές συλλογής εκκριμάτων για την απομείωση (μέσω της χρονικής καθυστέρησης) του ραδιενεργού ιωδίου κάτω από τα θεσμοθετημένα όρια αποδέσμευσης.

Επισημαίνεται ότι τα ραδιενεργά εκκρίματα εξωτερικών ασθενών, που έχουν υποβληθεί σε εξετάσεις ή θεραπείες πυρηνικής ιατρικής, τα οποία απορρίπτονται από τις οικίες τους (π.χ. χαρτιά τουαλέτας) αποτελούν αστικά απόβλητα και παρόλο που ενδεχομένως περιέχουν ίχνη ραδιενέργειας (σε κάποιες περιπτώσεις ανιχνεύσιμες από τα συστήματα ανίχνευσης σε ΧΥΤΑ), δεν εγκυμονούν οποιοδήποτε κίνδυνο για το κοινό, τους εργαζόμενους στα συνεργεία αποκομιδής απορριμμάτων και στα ΧΥΤΑ και το περιβάλλον. Η αποδέσμευση τους (απόρριψη) είναι αποδεκτή πρακτική και γίνεται άνευ όρων.


9. Υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα χώροι με ραδιενεργά απόβλητα, που βρίσκονται και πόσα είναι εκεί;

Στη χώρα μας σήμερα:
στο ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» λειτουργεί μονάδα προσωρινής αποθήκευσης ραδιενεργών πηγών, υλικών και αποβλήτων, στην οποία φυλάσσονται κυρίως απόβλητα που προέρχονται από παλαιότερες εφαρμογές του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος». Ενδεικτικά: 158 βαρέλια των 100 kg με ραδιενεργές ρητίνες, πηγές πλουτωνίου-βηρυλλίου, τεμάχια βηρυλλίου, καθώς και ενεργοποιημένα και ραδιορυπασμένα αντικείμενα από τη λειτουργία κατά το παρελθόν του ερευνητικού αντιδραστήρα. Επίσης, ραδιενεργά υλικά από βιολογικές πειραματικές εφαρμογές, πάνω από 350 ραδιενεργές πηγές, συμπεριλαμβανομένων πηγών νετρονίων, καθώς και ραδιενεργά αντικείμενα που έχουν μεταφερθεί για λόγους προστασίας του πληθυσμού και του περιβάλλοντος από άλλα μέρη της χώρας, όπως ραδιορυπασμένα αντικείμενα με πλουτώνιο (προερχόμενο από παράνομη διακίνηση), ράβδοι απεμπλουτισμένου ουρανίου, πληθώρα ραδιενεργών πυρανιχνευτών και ραδιενεργών αλεξικεραύνων, τα οποία έχουν αποξηλωθεί από εγκαταστάσεις και κτίρια ανά τη χώρα.
υπάρχουν χώροι σε διάφορες εγκαταστάσεις (π.χ. εργοστάσια, στρατόπεδα), όπου είναι αποθηκευμένα ραδιενεργά υλικά και τα οποία χρήζουν διαχείρισης ως απόβλητα. Ενδεικτικά αναφέρεται η αποθήκευση αποξηλωμένων ραδιενεργών αλεξικέραυνων, δοχεία με ραδιορυπασμένη σιδηρόσκονη, παλαιά ταχύμετρα στρατιωτικών οχημάτων με ράδιο, μηχανές αεροσκαφών με θόριο, αντικείμενα με απεμπλουτισμένο ουράνιο, κλπ.
αν και εκτός του αντικειμένου της διάθεσης ραδιενεργών αποβλήτων, σημειώνεται η ύπαρξη ανοιχτών χώρων όπου υπάρχουν ελεγχόμενες απορρίψεις όγκων χώματος (φωσφογύψου) με υψηλή περιεκτικότητα σε φυσική ραδιενέργεια (Naturally Occurring Radioactive Materials –NORM). Αυτά τα υλικά NORM έχουν παραχθεί στη χώρα μας ως παραπροϊόντα της βιομηχανικής παραγωγής λιπασμάτων. Εναποθέσεις φωσφογύψου υπό τη μορφή στοιβών υπάρχουν στην περιοχή Λακκώματα Σχιστού Αττικής, στον Πεντάλοφο Θεσσαλονίκης, στο χώρο της παλιάς βιομηχανίας «Ελληνικά Λιπάσματα» (Θεσσαλονίκη), στο Αιγίνιο Πιερίας και στη Νέα Καρβάλη Καβάλας. Όλες οι περιοχές εναπόθεσης φωσφογύψου παρακολουθούνται συστηματικά από την ΕΕΑΕ, στο πλαίσιο της εποπτείας της ραδιενέργειας περιβάλλοντος, διεξάγοντας σε τακτά χρονικά διαστήματα μετρήσεις σε περιβαλλοντικά δείγματα. Από τα δεδομένα των μετρήσεων και λαμβάνοντας υπόψη τις χρήσεις της κάθε περιοχής, προκύπτει ότι δεν υφίσταται, κατά κανένα τρόπο, ραδιολογικός κίνδυνος για τους κατοίκους των περιοχών αυτών.
δεν υπάρχουν χώροι διάθεσης (δηλαδή μόνιμης και οριστικής εναπόθεσης, χωρίς πρόθεση επανάκτησης) ραδιενεργών αποβλήτων. Το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει την ίδρυση εγκατάστασης διάθεσης ραδιενεργών αποβλήτων, ωστόσο προς το παρόν δεν υπάρχει σχετικός προγραμματισμός.

Δείτε την απογραφή των ραδιενεργών αποβλήτων της χώρας (Νοέμβριος 2015).


10. Έχει αποφασιστεί η δημιουργία εγκατάστασης διάθεσης ραδιενεργών αποβλήτων; Σε ποια περιοχή;

Στο πλαίσιο μεταφοράς της Οδηγίας 2011/70/Ευρατόμ έχει διαμορφωθεί το απαραίτητο νομοθετικό πλαίσιο που επιτρέπει τη δημιουργία εγκατάστασης διάθεσης (δηλαδή μόνιμης και οριστικής εναπόθεσης χωρίς πρόθεση επανάκτησης) ραδιενεργών αποβλήτων στη χώρα. Η δημιουργία εγκατάστασης διάθεσης ραδιενεργών αποβλήτων απαιτεί μελέτες που να λαμβάνουν υπόψη τις ραδιολογικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις, τη γεωλογία της περιοχής, τις πιθανές συνέπειες από φυσικές καταστροφές κ.α. Η συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων, συμπεριλαμβανομένων και των τοπικών κοινωνιών, είναι απαραίτητη σε κάθε στάδιο, από τον αρχικό σχεδιασμό ως την υλοποίηση. Αυτή τη στιγμή δεν υφίσταται προγραμματισμός για τη δημιουργία εγκατάστασης διάθεσης ραδιενεργών αποβλήτων στη χώρα και, κατά συνέπεια, δεν υπάρχουν σκέψεις για συγκεκριμένη περιοχή.


11. Πως θα είναι μια μελλοντική εγκατάσταση διάθεσης στην Ελλάδα;

Με βάση τις ανάγκες της χώρας και τη διεθνή εμπειρία θεωρείται πως μία εγκατάσταση θα είναι αρκετή για να καλύψει τις ανάγκες της χώρας (υπάρχουσες και μελλοντικές). Όσον αφορά το μέγεθος της προβλέπεται να αντιστοιχεί σε αυτό ενός μικρού εργοταξιακού-βιομηχανικού χώρου, έκτασης λίγων στρεμμάτων.


12. Από πού χρηματοδοτείται η διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων;

Για την υλοποίηση του εθνικού προγράμματος διαχείρισης των ραδιενεργών αποβλήτων προβλέπεται στη νομοθεσία η κατάρτιση σχεδίου χρηματοδότησης. Η κατάρτιση του σχεδίου χρηματοδότησης και η εισήγηση για την ανεύρεση κονδυλίων πραγματοποιείται από την Εθνική Επιτροπή Διαχείρισης Ραδιενεργών Αποβλήτων (ΕΕΔΡΑ). Επίσης, έχει προβλεφθεί η δημιουργία ταμείου παρακαταθήκης.
Ο παραγωγός ραδιενεργών αποβλήτων επιβαρύνεται με το κόστος διαχείρισής τους και υποχρεούται να διαθέτει όλους τους απαιτούμενους οικονομικούς πόρους, την υλικοτεχνική υποδομή και το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό που απαιτείται, κατά περίπτωση, για την ασφαλή διαχείριση.


13. Υπάρχει εθνική πολιτική και στρατηγική στην Ελλάδα για το πρόβλημα των ραδιενεργών αποβλήτων;

Υπάρχει επίσημη νομοθεσία που προσδιορίζει με ακρίβεια την εθνική πολιτική και στρατηγική και περιλαμβάνει και λεπτομερή οδικό χάρτη. Το εθνικό πλαίσιο αποτελούν τα ακόλουθα νομοθετικά κείμενα:
Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2011/70/Ευρατόμ του Συμβουλίου της 19ης Ιουλίου 2011 περί θεσπίσεως κοινοτικού πλαισίου για την υπεύθυνη και ασφαλή διαχείριση αναλωθέντων καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων, Προεδρικό διάταγμα 122, ΦΕΚ 177/Α/12.08.2013
Νομοθετικό, ρυθμιστικό και οργανωτικό πλαίσιο για την υπεύθυνη και ασφαλή διαχείριση αναλωθέντων καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων και τροποποίηση του π.δ. 122/2013, Προεδρικό διάταγμα 91, ΦΕΚ 130/Α/01.09.2017
Καθορισμός της εθνικής πολιτικής για τη διαχείριση των αναλωθέντων καυσίμων και των ραδιενεργών αποβλήτων, Απόφαση 131207/Ι3/20.08.2015, ΦΕΚ 858/Β/27.08.2015
Εθνικό Πρόγραμμα για τη διαχείριση αναλωθέντων καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων, Απόφαση Π/112/214196/30.12.2015, ΦΕΚ 2941/Β/31.12.2015
Κύρωση της Κοινής Σύμβασης για την ασφάλεια της διαχείρισης αναλωθέντων καυσίμων και την ασφάλεια της διαχείρισης ραδιενεργών αποβλήτων, Ν. 2824/2000, ΦΕΚ 90/Α/16.03.2000.

Οι θεμελιώδεις αρχές της εθνικής πολιτικής συνοψίζονται στα ακόλουθα:
τα απόβλητα που καλούμαστε να διαχειριστούμε είναι αποκλειστικά δικά μας,
ραδιενεργά απόβλητα δεν εισάγονται στη χώρα μας και η εισαγωγή τους απαγορεύεται ρητά από το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο,
ο παραγωγός των ραδιενεργών αποβλήτων έχει την αποκλειστική ευθύνη της διαχείρισής τους,
η εισαγωγή ραδιενεργών πηγών προϋποθέτει τη δέσμευση του κατόχου ότι, όταν τεθούν εκτός χρήσης, θα επιστραφούν στον κατασκευαστή τους ή σε άλλη εγκεκριμένη εγκατάσταση διαχείρισης του εξωτερικού (back-end solution ή επαναπατρισμός),
για τα βραχύβια απόβλητα εφαρμόζεται η μέθοδος της απομείωσης/αποδέσμευσης.


14. Γιατί η λύση του επαναπατρισμού των ραδιενεργών πηγών και υλικών δεν είναι αρκετή;

Μία από τις βασικές αρχές της εθνικής πολιτικής είναι η επιστροφή ραδιενεργών υλικών, πηγών και αναλωθέντων καυσίμων, βάσει συμφωνιών, στον κατασκευαστή τους ή σε άλλη εγκεκριμένη εγκατάσταση διαχείρισης του εξωτερικού (back-end solution ή επαναπατρισμός), προτού καταστούν απόβλητα.
Η εξαγωγή ραδιενεργών πηγών ή υλικών από την Ελλάδα σε εγκεκριμένη εγκατάσταση του εξωτερικού συνιστά εισαγωγή ραδιενεργών υλικών για την χώρα αυτή. Όπως εμείς δεν επιθυμούμε την εισαγωγή ραδιενεργών υλικών για διαχείριση ή διάθεση, έτσι και οι άλλες χώρες δεν επιθυμούν το ίδιο για αυτές και – ομοίως με εμάς – απαγορεύουν τέτοιες εισαγωγές. Συνεπώς, οι εγκεκριμένες εγκαταστάσεις διαχείρισης ραδιενεργών πηγών/υλικών του εξωτερικού, αποδέχονται μόνο εκείνες τις ραδιενεργές πηγές / υλικά τις οποίες μπορούν να ανακυκλώσουν παράγοντας νέες χρήσιμες ραδιενεργές πηγές, τις οποίες εκ των υστέρων διαχειρίζονται ή και εμπορεύονται. Οι εγκαταστάσεις αυτές θέτουν πολύ αυστηρά κριτήρια στην αποδοχή ραδιενεργών πηγών/υλικών σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία. Τέτοιες εγκαταστάσεις υπάρχουν τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) όσο και εκτός ΕΕ, αλλά είναι ελάχιστες σε αριθμό.
Με βάση τα παραπάνω είναι κατανοητό πως υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις που ραδιενεργές πηγές ή ραδιενεργά υλικά δεν μπορούν, για διάφορους λόγους (τεχνικούς και οικονομικούς), να επαναπατρισθούν ή εξαχθούν σε εγκαταστάσεις διαχείρισης ραδιενεργών υλικών εκτός της χώρας και συνεπώς καταλήγουν να αποτελούν ραδιενεργά απόβλητα.
Ενδεικτικά, τέτοια υλικά είναι:
οι έκθετες («ορφανές») ραδιενεργές πηγές που ανιχνεύονται κυρίως σε φορτία παλαιών μετάλλων και για τις οποίες δεν υπάρχουν διαθέσιμα πιστοποιητικά ή είναι κατεστραμμένες σε τέτοιο βαθμό που δεν γίνονται αποδεκτές από τις εγκαταστάσεις διαχείρισης ραδιενεργών υλικών του εξωτερικού,
ραδιενεργά υλικά που δεν είναι ερμητικά κλειστές ραδιενεργές πηγές, όπως οι ραδιενεργοί πυρανιχνευτές και τα ραδιενεργά αλεξικέραυνα που αποξηλώνονται από εγκαταστάσεις και κτίρια ή παλαιά όργανα ελέγχου (ταχύμετρα) που περιέχουν φθορίζουσες ουσίες. Μέχρι σήμερα έχουν αποξηλωθεί συνολικά πάνω από 3.000, ενώ εκτιμάται ότι υπάρχουν ακόμα περίπου 1.000 εγκατεστημένα ραδιενεργά αλεξικέραυνα σε διάφορα κτίρια στη χώρα, τα οποία πρέπει να αντικατασταθούν με συμβατικά, καθώς και άγνωστος αριθμός ραδιενεργών πυρανιχνευτών προς αποξήλωση. Επίσης, υπάρχουν αρκετές εκατοντάδες όργανα ελέγχου με ραδιενεργά υλικά.
ραδιορυπασμένα ή ενεργοποιημένα αντικείμενα, το οποία έχουν προκύψει από διάφορες εφαρμογές στη χώρα (π.χ. γεωτρήσεις σε μεγάλα βάθη, υλικά στόχων σε επιταχυντές σωματιδίων).


15. Έχει υλοποιηθεί στο παρελθόν πρόγραμμα εξαγωγής ραδιενεργών υλικών;

Την περίοδο 2001-2006 η ΕΕΑΕ υλοποίησε σε συνεργασία με το Υπουργείο Περιβάλλοντος, το Υπουργείο Ανάπτυξης και το ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» πρόγραμμα για τη συλλογή και απομάκρυνση μη χρησιμοποιούμενων ραδιενεργών πηγών από τον ελλαδικό χώρο. Το πρόγραμμα αφορούσε στον εντοπισμό, συλλογή, διαλογή, διαχείριση και απόσυρση των μη χρησιμοποιούμενων (άχρηστων) ραδιενεργών πηγών από νοσοκομεία, κλινικές, βιομηχανίες, εκπαιδευτικά ιδρύματα, ερευνητικά κέντρα και το ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος». Συλλέχθηκαν και απομακρύνθηκαν από τη χώρα προς ανακύκλωση περίπου 3.000 πηγές συνολικής ραδιενέργειας 120 TBq (3500 Ci).
Το πρόγραμμα συνέβαλε καθοριστικά στην εξαγωγή σημαντικού αριθμού ραδιενεργών πηγών, ελαχιστοποιώντας έτσι τους κινδύνους (υπαρκτούς και δυνητικούς) που αυτές δημιουργούσαν. Παρόμοιο πρόγραμμα προβλέπεται να υλοποιηθεί μελλοντικά.

http://eeae.gr/

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις