Είμαι εκπαιδευτικός, εκπέμπω ΣΟΣ



Ένας εκπαιδευτικός γράφει για το ιδιότυπο (και άτυπο, μέχρι στιγμής) κίνημα της «Μεγάλης Παραίτησης» (The Big Quit) που ξέσπασε διεθνώς 2021


Αφορμή για το συγκεκριμένο άρθρο αποτέλεσε μια είδηση που απασχόλησε λίγα μόνο ελληνικά έντυπα, όπως και όλες οι σημαντικές διεθνείς ειδήσεις. Όμως, στην συγκεκριμένη περίπτωση τα όσα συμβαίνουν διεθνώς έχουν μεγάλη σημασία για τη ζωή των εργαζομένων σε ολόκληρο τον κόσμο, χωρίς φυσικά να εξαιρείται η Ελλάδα, και ίσως αποβούν καθοριστικά στο εγγύς μέλλον.

Πρόκειται για το ιδιότυπο (και άτυπο, μέχρι στιγμής) κίνημα της «Μεγάλης Παραίτησης» (The Big Quit) που έχει ξεσπάσει μέσα στο 2021, κυρίως μετά την άρση του lockdown και την επιστροφή στον εργασιακό χώρο, με κέντρο τις ΗΠΑ, αλλά και με διάφορες παραλλαγές σε χώρες, όπως η Κίνα (κυρίως), η Γερμανία, η Ιαπωνία. Μόνο στις ΗΠΑ οι παραιτήσεις εργαζομένων γίνονται με ρυθμούς 4-5 εκατομμυρίων παραιτήσεων ανά μήνα, από το καλοκαίρι του 2021, ενώ 48% των εργαζομένων δηλώνει ότι σκέπτεται σοβαρά το ενδεχόμενο αυτό. Ο ρυθμός παραίτησης από την εργασία αυξήθηκε στη χώρα αυτήν κατά 20% μέσα στο 2021 (και ενώ η τάση εμφανίστηκε μόλις τους τελευταίους μήνες), ενώ ένας από τους βασικούς λόγους στους οποίους το φαινόμενο αποδίδεται είναι η ψυχική-ηθική εξάντληση. Μάλιστα, για τις ηλικίες 25-40 αναφέρεται ότι τα 2/3 των παραιτήσεων έγιναν για λόγους που σχετίζονται ευρύτερα με την ψυχική υγεία. Τούτα τουλάχιστον αντλούμε ως πληροφορίες από δυο πρόσφατα άρθρα: το ένα, του Παναγιώτη Σωτήρη στον Οικονομικό Ταχυδρόμο (ot.gr) και στο Βήμα OnLine, το δεύτερο της Σοφίας Παφτούνου στο iefimerda.gr.

Για την Ελλάδα δεν γνωρίζω να υπάρχουν μέχρι τώρα αντίστοιχα στοιχεία. Θα με ενδιέφερε να γνωρίζω πιθανά αποτελέσματα μελετών για την κατάσταση των εργαζομένων τους τελευταίους μήνες. Όμως, θα αναφέρω μόνο όσα παρατηρώ στον δικό μου χώρο, αυτόν της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και σε όσα βιώνω προσωπικά - γιατί είναι καιρός να εκθέσουμε πια όσα μας σαρώνουν. Η κατάσταση, λοιπόν, είναι επιβαρυμένη σε τέτοιο βαθμό τον τελευταίο καιρό, και με τόσους διαφορετικούς τρόπους, που αναρωτιέμαι από πού να ξεκινήσω και πού να τελειώσω.

Οι μαθητές και οι μαθήτριες επέστρεψαν πολύ αλλαγμένοι και επιβαρυμένοι, με τάσεις επιθετικότητας ή εσωστρέφειας (ή και τα δύο εναλλάξ) σε πολύ πιο ανησυχητικό βαθμό από ό,τι ακόμη και στο πρόσφατο παρελθόν. Οι συνάδελφοι φαίνονται σχεδόν καθολικά να υποφέρουν στην καθημερινότητά τους, όσο και αν θεωρούνται «προνομιούχοι» και «τεμπέληδες», ακόμη και από τις κοινωνίες με τις οποίες άμεσα σχετίζονται. Εδώ δεν χρειάζεται καν να αναφέρουμε πόσο άθλιες υπηρεσίες προσφέρουν τα περισσότερα ΜΜΕ στην κοινωνία, τσακίζοντας τη σχέση εκπαιδευτικών-γονέων-μαθητών, που θα έπρεπε σε αυτές τις συνθήκες να είναι αρραγής για να αντιμετωπιστεί υποφερτά η κατάσταση για όλους, αλλά αντίθετα έχει διαρραγεί και τραυματιστεί όσο ποτέ πριν.

Η μάσκα σε όλους τους χώρους εξαντλεί ακόμη και νεότερους συναδέλφους, πόσο μάλλον τους πρεσβύτερους που είναι πια πάρα πολλοί, χωρίς διάλειμμα και χωρίς έλεος, αν και σε χώρες που θαυμάζουμε και μιμούμαστε σε άλλα, αρνητικά ενίοτε, έχουν επιστρατευθεί άλλες εναλλακτικές - αν και εκεί η πανδημία είναι το ίδιο ή και περισσότερο παρούσα. Σε όλα αυτά προστίθεται το διαλυτικό άγχος των συνεχών νέων και πρωτοφανών μέτρων και αποφάσεων, που άλλα εφαρμόζονται απρόσμενα και άλλα φημολογούνται, αναστατώνοντας την εκπαιδευτική κοινότητα, είτε δηλαδή γενικά μέτρα για την κοινωνία, είτε ειδικότερα για τα σχολεία.

Τέλος, ενώ έπρεπε να δοθεί έμφαση στην επανεκκίνηση του ζωντανού μαθήματος και στην ενίσχυση της εκπαιδευτικής κοινότητας και της μαθησιακής διαδικασίας, οι εκπαιδευτικοί φορτώνονται με κάθε είδους γραφειοκρατική επιβάρυνση, με αποτέλεσμα ότι και ο πιο ευσυνείδητος συνάδελφος πολύ λίγο αφήνεται να συγκεντρωθεί στο έργο του. Από τις όποιες μαρτυρίες μπόρεσα να συλλέξω, είναι όλο και συχνότερες οι περιπτώσεις συναδέλφων που επιστρέφουν καθημερινά στο σπίτι τους καταρρακωμένοι σωματικά και βαθιά απογοητευμένοι ως προς την επιτυχία του έργου τους.


Ποια είναι η αντίδραση του εκπαιδευτικού κόσμου σε όλα αυτά; Από την προσωπική μου εμπειρία, οι συνάδελφοι στη μεγάλη τους πλειοψηφία κρύβουν μέσα τους τη συντριβή αυτήν, πιστεύοντας ίσως ότι το πρόβλημα είναι προσωπικό τους και σχετίζεται μόνο με τις δυσκολίες που καθένας αντιμετωπίζει. Το αίσθημα της ντροπής και η επιθυμία να μην εκτεθούν τους οδηγεί στην τήρηση άκρας σιωπής, την γκρίνια, τη μεμψιμοιρία. Αν κάποιος αναφέρει κάτι σχετικό, οι άλλοι -αν και είναι πιθανότατο πως τους αφορά και αυτούς προσωπικά το θέμα- προσπαθούν να μην εμπλακούν, μήπως και «προδοθούν» ότι φέρουν και οι ίδιοι το πρόβλημα ή φανούν αδύναμοι, κάτι που απάδει -υποτίθεται- στην εμπειρία και την ισχύ του χαρακτήρα τους. Άλλοτε πάλι τους σταματάει η ενοχή, αφού οι άλλοι εργαζόμενοι «περνάνε χειρότερα». Έτσι, ο καθένας αναδιπλώνεται στον εαυτό του, αυξάνοντας το πρόβλημα μέσα του και γύρω του, και θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία του και την ικανότητά του να διδάσκει. Τέλος, τσακισμένοι ηθικά και από τις μνημονιακές πολιτικές και από την αποθαρρυντική στάση της ευρύτερης κοινωνίας, υποτασσόμαστε σε όσα αποφασίζονται, με το σκεπτικό ότι «δεν αλλάζει τίποτα».

Και όμως, πρέπει να παραδεχτούμε πως η Ελλάδα, αφήνοντας κατά μέρος τις έωλες κατηγορίες περί προνομιούχων, είναι σήμερα μια από τις χειρότερες χώρες, τουλάχιστον με την έννοια ότι οι πολίτες έχουν μηδενικό έλεγχο σε όσα επιβάλλονται, ενώ παράλληλα τα τρέχοντα προβλήματα του εργασιακού χώρου δεν συνειδητοποιούνται καν, τα όπλα διαλόγου με την εξουσία έχουν σκουριάσει, τη στιγμή μια κοσμογονία αλλαγών που συνθλίβουν τον εργαζόμενο συζητιούνται πλέον σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες. Πρέπει, λοιπόν, να γίνει κάτι, ώστε οι εργαζόμενοι να σώσουν όσο είναι ακόμη δυνατόν τους εαυτούς τους και την επαγγελματική τους αξιοπρέπεια - τι όμως; Εδώ θα κάνω μια μικρή, στενόχωρη αλλά αναγκαία δυστυχώς, παρέκβαση για να πω πόσο άκαιρη, αν μη τι άλλο, είναι η στάση όχι λίγων συναδέλφων που επιμένουν να δηλώνουν ότι «εμένα μου έμειναν 2-3 χρονάκια ακόμη, ας γίνει ό,τι θέλει»: και όμως, το σχολείο είναι το κοινό μας σπίτι και δεν είναι καιρός να το αφήσουμε να γκρεμιστεί, και να πέσει στα κεφάλια όλων μας, με τέτοιες υπεκφυγές.


Οι λίγες προτάσεις μου είναι απλώς προϊόντα προσωπικών σκέψεων της στιγμής, ενδεχομένως μάλιστα να μην είναι πετυχημένες - καλώ όμως τους συναδέλφους σε διάλογο, στη βάση της αναγκαιότητας να γίνει κάτι. Φυσικά, δεν προτείνω την παραίτηση, αν και προσωπικά θεωρώ σοβαρό αυτό το ενδεχόμενο, για μένα και για πολλούς άλλους, μολονότι έχω πολλά χρόνια στο δημόσιο και, παλιότερα, στο ιδιωτικό σχολείο: έως και πριν από λίγα χρόνια, θα θεωρούσα απολύτως απίθανο το ενδεχόμενο αυτό, όμως φαίνεται ότι η κατάσταση επιδεινώνεται συνεχώς.

Θεωρώ, λοιπόν, ότι το πρώτο βήμα είναι το να βρουν το θάρρος οι συνάδελφοι που έχουν παρόμοιους προβληματισμούς με εμένα να εξωτερικεύσουν τα ζητήματα που αντιμετωπίζουν χωρίς άκαιρες αναστολές και να τα θέσουν σε διάλογο με τον συνάδελφο, τον διευθυντή, τον σύλλογο γονέων. Πρέπει επίσης, να εκθέσουν και να δημοσιοποιήσουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, άμεσα και χωρίς να περιμένουν να εκπροσωπηθούν από άλλους, προς την ευρύτερη κοινωνία. Παράλληλα, αν και πολλοί θα διαφωνήσουν, προτείνω ισχυρά να τεθεί σύντομα το θέμα της κατάργησης της υποχρεωτικής χρήσης μάσκας, τουλάχιστον στο γραφείο καθηγητών και στο προαύλιο, και ει δυνατόν να αντικατασταθεί στην τάξη με διαφανές διαχωριστικό ή άλλο μέσο.

Οι ζηλωτές της φινλανδικής, κτλ., παιδείας ας μην σπεύσουν εδώ να καγχάσουν, αλλά ας κάνουν μια έρευνα, τι γίνεται εκτός συνόρων. Εξάλλου, είναι υγιές να θαυμάζουμε άλλες κοινωνίες και σε αυτόν τον τομέα: στους τρόπους, δηλαδή, που τυχόν βρίσκουν για να στηρίξουν τον εργαζόμενο και να προαγάγουν την κοινωνική συνεργασία, την ώρα που εμείς διχαζόμαστε και αυτοκτονούμε σωματικά, ηθικά και κοινωνικά.

*Φιλόλογος στο Γυμνάσιο Χαλκουτσίου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις