Οι λεγόμενοι «αιώνιοι φοιτητές» ως σύμπτωμα και όχι ως αιτία
Στον δημόσιο διάλογο για την ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα, η έννοια του «αιώνιου φοιτητή» έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε έναν εύχρηστο αποδιοπομπαίο τράγο. Η καθυστέρηση ολοκλήρωσης των σπουδών παρουσιάζεται συχνά ως η βασική παθογένεια των δημόσιων πανεπιστημίων και, κατ’ επέκταση, ως επαρκής δικαιολογία για οριζόντια μέτρα διαγραφών. Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσφατη διαγραφή περισσότερων από 308.000 φοιτητών ΑΕΙ εμφανίστηκε ως ένδειξη «εξυγίανσης» και αποτελεσματικής κρατικής παρέμβασης. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ανάγνωση αποκαλύπτει ότι πρόκειται για μια πολιτική επιλογή χαμηλού κόστους και περιορισμένου βάθους.
Η μαζική διαγραφή φοιτητών δεν συνιστά εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Πρόκειται για διοικητικό μέτρο που αποφεύγει να εμπλακεί με τις δομικές αιτίες της καθυστέρησης φοίτησης. Δεν απαιτεί επενδύσεις, δεν προϋποθέτει ανασχεδιασμό των σπουδών και δεν συνεπάγεται ουσιαστική λογοδοσία εκ μέρους της Πολιτείας ή των ίδιων των ιδρυμάτων. Αντιθέτως, η πραγματική αντιμετώπιση του φαινομένου προϋποθέτει ενίσχυση της ακαδημαϊκής καθοδήγησης, θεσμοθετημένες δομές mentoring οπως στο εξωτερικο, επαρκή στελέχωση και συστηματική συνεχη υποστήριξη των φοιτητών μέσα σε ένα περιβάλλον που, σε πολλές περιπτώσεις, χαρακτηρίζεται από χρόνια υποστελέχωση και οργανωτικές δυσλειτουργίες.
Παράλληλα, απαιτείται κριτική αποτίμηση της ίδιας της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η ύπαρξη μαθημάτων με εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά επιτυχίας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ένδειξη φοιτητικής ανεπάρκειας. Οφείλει να εξετάζεται η δομή του μαθήματος, η αντιστοίχισή του με τα μαθησιακά αποτελέσματα, οι διδακτικές μέθοδοι που εφαρμόζονται και ο βαθμός ουσιαστικής ακαδημαϊκής υποστήριξης από τον διδάσκοντα και την ομάδα του. Σε κάθε οργανωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, τέτοια δεδομένα λειτουργούν ως αφορμή αναθεώρησης και όχι ως στοιχείο πειθαρχικής τιμωρίας των φοιτητών.
Το πανεπιστήμιο, εξάλλου, δεν είναι σχολική δομή. Η ανώτατη εκπαίδευση βασίζεται στην ακαδημαϊκή ελευθερία και αναγνωρίζει ότι η μαθησιακή πορεία δεν είναι γραμμική ούτε ομοιόμορφη. Οι φοιτητές εισέρχονται στα δημόσια πανεπιστήμια κατόπιν ενός εξαιρετικά ανταγωνιστικού και αξιοκρατικού συστήματος Πανελληνιων εξετάσεων. Δεν πρόκειται για τυχαίο πληθυσμό ούτε για άτομα που στερούνται ικανοτήτων και γνωσεων. Η καθυστέρηση ολοκλήρωσης των σπουδών συχνά συνδέεται με αντικειμενικούς παράγοντες, όπως η ανάγκη εργασίας, ζητήματα υγείας, οικογενειακές υποχρεώσεις ή η ίδια η φύση απαιτητικών προγραμμάτων σπουδών με υψηλό φόρτο εργαστηρίων, παρακολουθησεων και εξετάσεων.
Οι φοιτητές που παραμένουν εγγεγραμμένοι πέραν του τυπικού χρόνου φοίτησης δεν συνιστούν δημοσιονομικό βάρος. Δεν επιβαρύνουν ουσιαστικά τους προϋπολογισμούς των ιδρυμάτων ούτε τον φορολογούμενο. Αντιθέτως, η οριζόντια διαγραφή στερεί από πολλούς τη δυνατότητα επανεκκίνησης της ακαδημαϊκής τους πορείας. Είναι καλά τεκμηριωμένο ότι σημαντικός αριθμός φοιτητών επιστρέφει στις σπουδές του μετά από χρόνια με αυξημένη ωριμότητα και συνέπεια, ολοκληρώνει επιτυχώς τις σπουδές του και εντάσσεται παραγωγικά στην επιστημονική και επαγγελματική ζωή.
Η επίμονη εστίαση στους «αιώνιους φοιτητές» λειτουργεί, τελικά, αποπροσανατολιστικά. Απομακρύνει τη συζήτηση από τα πραγματικά και διαχρονικά προβλήματα της ανώτατης εκπαίδευσης: τη χρόνια υποχρηματοδότηση, την αδυναμία σύγκλισης με διεθνή ακαδημαϊκά πρότυπα, την έλλειψη διοικητικού και διδακτικού προσωπικού, τα προγράμματα σπουδών που παραμένουν άκαμπτα και συχνά αναχρονιστικά χωρις καμια ευελιξια. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η απουσία συστηματικής αξιολόγησης των μελων ΔΕΠ όταν σε μαθήματα καταγράφονται ποσοστά αποτυχίας που προσεγγίζουν ή υπερβαίνουν το 70%. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απουσία θεσμικής αντίδρασης γεννά εύλογα ερωτήματα.
Αναπόφευκτα, τίθεται το ζήτημα της αξιολόγησης των διδασκόντων και των μελών ΔΕΠ στα δημόσια πανεπιστήμια. Η συζήτηση αυτή συχνά αποφεύγεται, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για δημόσιους λειτουργούς που αμείβονται από δημόσιους πόρους και απο τους φόρους μας και οχι απο τα διδακτρα των φοιτητων τους. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στο φαινόμενο της συστηματικής απουσίας διδασκόντων από περιφερειακά ιδρύματα, όπου η φυσική παρουσία αντικαθίσταται από περιστασιακές εμφανίσεις, ειναι οι λεγόμενοι "καθηγητές του αεροπλανου". Η διδασκαλία στο Πανεπιστημιο, ωστόσο, δεν αποτελεί πάρεργο, αλλά βασική υποχρέωση ενός ακαδημαϊκού και πληρώνεται για αυτήν καθώς και για την ουσιαστική στήριξη των φοιτητών του.
Η συχνή επίκληση του «τι ισχύει στο εξωτερικό» οφείλει να γίνεται με συνέπεια. Στα περισσότερα πανεπιστημιακά συστήματα του εξωτερικού, η αξιολόγηση των διδασκόντων είναι πολυπαραγοντική και συνεχής. Περιλαμβάνει το ερευνητικό έργο (scopus paper), τη διδακτική αποτελεσματικότητα, την ανατροφοδότηση των φοιτητών, τη διεθνή παρουσία σε συνεδρια και ερευνητικες ομαδες του εξωτερικου και τη συμμετοχή σε συνεργατικά ερευνητικά σχήματα. Οι διαδικασίες επιλογής των μελων ΔΕΠ και εξέλιξης τους είναι διαφανείς και η λογοδοσία στους πολιτες θεωρείται αυτονόητη, ιδίως όταν η χρηματοδότηση προέρχεται από δημόσιους πόρους και απο τους φορους.
Χωρίς αυτά τα στοιχεία, παραμένει άθικτο ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα του ελληνικού πανεπιστημίου: ο νεποτισμός και η αναπαραγωγή κλειστών ακαδημαϊκών δικτύων. Η ύπαρξη οικογενειακών και συγγενικών σχέσεων εντός των ιδρυμάτων —γεγονός που έχει αναδειχθεί επανειλημμένα στον δημόσιο λόγο και έχει απασχολήσει ακόμη και θεσμικά την Πολιτεία— δεν θα ήταν προβληματική εάν συνοδευόταν πάντοτε από αυστηρά και διαφανή αξιοκρατικά φίλτρα [1][2]. Όταν, όμως, η αξιολόγηση απουσιάζει ή εφαρμόζεται αποσπασματικά, η αξιοπιστία του συστήματος υπονομεύεται.
Οι κατά καιρούς θεσμικές παρεμβάσεις για την αλλαγή του τρόπου εκλογής και εξέλιξης των μελών ΔΕΠ, ακριβώς με στόχο τον περιορισμό πρακτικών ευνοιοκρατίας και «φωτογραφικών» διαδικασιών, επιβεβαιώνουν ότι το ζήτημα δεν είναι ανύπαρκτο, αλλά διαχρονικό και αναγνωρισμένο [3].
Εάν τελικά το μοναδικό πρόβλημα που αναγνωρίζεται είναι οι «κακοί φοιτητές», τότε η απαξίωση του δημόσιου πανεπιστημίου καθίσταται αναπόφευκτη και ανοίγει ο δρόμος για τη μετατόπιση φοιτητών προς ιδιωτικές δομές που βαφτίζονται "πανεπιστήμια". Πριν, όμως, υιοθετηθεί αυτή η πορεία, αξίζει να αναλογιστούμε ποιους πλήττει πραγματικά. Όχι εκείνους με οικονομική άνεση και εναλλακτικές επιλογές, αλλά τους πολλούς, εκείνους που στηρίζονται αποκλειστικά στη δημόσια και αξιοκρατική ανώτατη εκπαίδευση.
Η αποδυνάμωση του δημόσιου πανεπιστημίου δεν υπονομεύει μόνο μεμονωμένες φοιτητικές διαδρομές. Υπονομεύει την ίδια την αρχή της αξιοκρατίας και της δημοκρατίας.
Υ.Γ. Το παρόν κείμενο βασίζεται σε στοιχεία και προσωπικά σχόλια που προέρχονται από αναρτήσεις εφημερίδων, καθώς και από τοποθετήσεις φίλων και συναδέλφων, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του αποτελεί προσωπική μου επεξεργασία. Οι σχετικές πηγές των σχολίων θα προστεθούν κατόπιν σχετικής άδειας των σχολιαστών. Η ανάρτηση εκφράζει αποκλειστικά προσωπικές μου απόψεις, δεν αποτελεί αποτέλεσμα επιστημονικής έρευνας και δημοσιεύεται στο προσωπικό μου προφίλ με σκοπό τον δημόσιο σχολιασμό.
Υποσημειώσεις – Πηγές
[1] Καθημερινή, «Νεποτισμός και διαφθορά στα ελληνικά πανεπιστήμια», άρθρο γνώμης για διαχρονικά φαινόμενα ευνοιοκρατίας και κλειστών ακαδημαϊκών δικτύων στα ΑΕΙ.
[2] ESOS.gr, «Οικογενειοκρατία στα Πανεπιστήμια – Έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας καλεί τους Πρυτάνεις να δώσουν στοιχεία», αναφορά σε επίσημη θεσμική καταγραφή συγγενικών σχέσεων εντός ΑΕΙ.
[3] Καθημερινή, «Αλλάζει ξανά ο τρόπος εκλογής των καθηγητών», σχετικά με τις πρόσφατες θεσμικές αλλαγές στις διαδικασίες εκλογής μελών ΔΕΠ με στόχο τη διαφάνεια και τον περιορισμό πρακτικών ευνοιοκρατίας.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου