Στέφανος Τραχανάς: «Η επιστήμη δεν με παρηγορεί απέναντι στο θάνατο»
Ο Στέφανος Τραχανάς μιλάει στο Personas για τη ζωή του, τις «αποτυχίες» και τις επιτυχίες και την ομορφιά της επιστήμης στην οποία έχει αφιερωθεί.
Με τρομάζει ο βραδινός ουρανός. Πιο σωστά, με τρομάζει η σκέψη της απεραντοσύνης του σύμπαντος. Είναι αυτό το ιερό δέος της ύπαρξης που δένεται με τον τρόμο. Η αίσθηση που σου τρυπάει το στομάχι πως είσαι τόσο μικρός μπροστά στον άγνωστο κόσμο που υπάρχει πέρα από εκεί που φτάνουν τα μάτια σου, πέρα από εκεί που φτάνει η συνείδησή σου.
«Η άγνοια του μέλλοντος είναι αυτή που μας επιτρέπει να ονειρευόμαστε» διάβασα σε ένα βιβλίο του. Σπούδασε Ηλεκτρολόγος - Μηχανολόγος στο Πολυτεχνείο αλλά τον κέρδισε η φυσική και εντέλει, η κβαντομηχανική. Με μια ξεχωριστά μοναδική πορεία στον χώρο, δίδαξε για πολλά χρόνια στο Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Κρήτης. Η συγγραφική του δραστηριότητα μαζί με τη δουλειά του στις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης είναι πράγματα που ο ίδιος ξεχωρίζει. Μαζί με την αγάπη του για τον κόσμο και τον μικρόκοσμο.
Και μπροστά στο απέραντο και εν πολλοίς ανεξερεύνητο σύμπαν, υπάρχει το ον που σκέφτεται γι’ αυτό και το επεξεργάζεται, ο άνθρωπος. Και μπροστά στους ανθρώπους που φοβούνται (σαν και μένα), υπάρχει ο Στέφανος Τραχανάς που αποδεικνύει πως τελικά υπάρχουν δύο πράγματα πιο μεγάλα από το σύμπαν: η δική του δημιουργικότητα μαζί με την απύθμενη καλοσύνη του.
Πότε ξεκίνησε η περιέργεια που αποκτήσατε για τον κόσμο και για τον μικρόκοσμο;
«Μπορώ να πω κάποια στιγμή στα παιδικά μου χρόνια, όπου όλα ήταν ένα μυστήριο. Μεγάλωσα σε ένα χωριό που όλο το σύμπαν ήταν το χωριό, με την περιέργεια τι είναι πίσω από το βουνό. Μια από τις μεγάλες περιέργειες. Και θυμάμαι έβλεπα μερικά άστρα που με είχαν εντυπωσιάσει και ρώταγα τι είναι αυτά εκεί πάνω. Α, ναι, μου έλεγαν, είναι τα καντήλια του ουρανού. Επειδή δεν τα βλέπεις όλα μαζί, γιατί τα πιο φωτεινά εμφανίζονται πρώτα.

Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
Η εξήγηση ήταν ο ουράνιος καντηλανάφτης περνάει σιγά σιγά και τα ανάβει! Χρησιμοποίησα την επιστημονική μέθοδο την πρώτη φορά που είδα χιόνι. Δεν είχα δει ποτέ στο χωριό. Έβλεπα όμως πάνω τα βουνά, οπότε η απλή απορία ήταν, η δικιά μου δηλαδή, τι είναι; Γιατί είναι άσπρα τα βουνά; Είναι παγωμένο γάλα, μου έλεγαν!
Μέχρι που είχε χιονιά μια φορά και κατέβηκε σχετικά χαμηλά το χιόνι. Ανέβηκα και είδα ότι δεν είναι γάλα. Το χαρακτηριστικό της επιστήμης είναι η διαψευσιμότητα. Δηλαδή, ενώ μπορεί να φαίνεται αστεία η δήλωση ότι είναι γάλα, τα βουνά είναι λευκά επειδή αποτελούνται από γάλα, είναι όμως διαψεύσιμη δήλωση.
Διότι πράγματι μπορείς να πας εκεί και να δεις ότι δεν είναι γάλα. Ενώ να λες ο Αϊνστάιν ο μεγαλύτερος επιστήμονας όλων των εποχών, δεν είναι κατ' ανάγκη επιστημονική δήλωση αυτή, είναι θέμα γνώμης. Εγώ μπορώ να σου πω ότι ο Αρχιμήδης ήταν σημαντικότερος δεδομένης της εποχής του, ας πούμε. Πάρα πολλά πράγματα δηλαδή είναι θέμα γνώμης, δεν είναι αποδείξιμα, δεν είναι υποχρεωτικά.
Οπότε για εμένα η ιδέα ότι η επιστήμη είναι εκείνο το είδος αλήθειας η οποία μπορεί να υποβληθεί σε έλεγχο, δεν εγγράφηκε τότε. Πολύ πρωτόγονη εγγραφή ήταν αυτή.
Αλλά για να φανταστείτε, εμείς δεν είχαμε καν ηλεκτρικό. Δηλαδή εγώ μεγάλωσα σε συνθήκες προ των μινωικών χρόνων. Αχρήματη οικονομία. Κάθε οικογένεια παρήγαγε τα πάντα. Ιπποκράτεια η ιατρική. Μεσαιωνικά έθιμα σε πάρα πολλά πράγματα. Δηλαδή, αν ξύπναγε ένας άνθρωπος σαν κι εμένα στους μινωικούς χρόνους, θα αισθανόταν μια ελαφρά υπεροχή, όπως ένας Αμερικάνος που ερχόταν στην Κρήτη.
Έβλεπα φώτα το βράδυ από την απέναντι μεριά του κόλπου που ήταν ο Άγιος Νικόλαος. Δεν ήξερα καν τι είναι αυτό. Θυμάμαι στην Ιεράπετρα που φτιάχναμε κάτι καραβάκια από γαλατοκούτια, τους βάζαμε λίγο άμμο μέσα για έρμα, τα αφήναμε στο βοριαδάκι και αν προλάβαιναν να χαθούν πριν βουλιάξουν ταξίδευε η φαντασία μας.
Θυμάστε του Φελίνι το Amacord; Τι μαγεία! Κι αν πέρναγε μια φορά το μήνα ένα από αυτά τα υπερπόντια πλοία που μεταφέρανε πετρέλαιο ανοιχτά στο βάθος της θάλασσας και έβλεπες μόνο τα φώτα, ταξίδευε η φαντασία. Οπότε λοιπόν εγώ είμαι ευγνώμων που μεγάλωσα σε ένα τόπο που η περιέργεια δεν ικανοποιούνταν εύκολα».
Αλλάξατε ως μαθητής ή διατηρήσατε την ίδια περιέργεια;
«Βλέπουμε παιδιά να έχουν απίθανη φαντασία, τα οποία πηγαίνουν στο σχολείο και η πίεση, η πίεση της ομοιομορφίας, η πίεση να είσαι με την παρέα, να πηγαίνεις με την παρέα, δρα έτσι λίγο ισοπεδωτικά. Αλλά στα δικά μου χρόνια το σχολείο ήταν δευτερεύουσα επίδραση. Στην Ιεράπετρα όταν ήμουν, το βασικό ήταν να είσαι πολύ καλός στην αλάνα, να μη σε δέρνουν, να δέρνεις, να είσαι καλός στη σφεντόνα.
Η εξήγηση ήταν ο ουράνιος καντηλανάφτης περνάει σιγά σιγά και τα ανάβει! Χρησιμοποίησα την επιστημονική μέθοδο την πρώτη φορά που είδα χιόνι. Δεν είχα δει ποτέ στο χωριό. Έβλεπα όμως πάνω τα βουνά, οπότε η απλή απορία ήταν, η δικιά μου δηλαδή, τι είναι; Γιατί είναι άσπρα τα βουνά; Είναι παγωμένο γάλα, μου έλεγαν!
Μέχρι που είχε χιονιά μια φορά και κατέβηκε σχετικά χαμηλά το χιόνι. Ανέβηκα και είδα ότι δεν είναι γάλα. Το χαρακτηριστικό της επιστήμης είναι η διαψευσιμότητα. Δηλαδή, ενώ μπορεί να φαίνεται αστεία η δήλωση ότι είναι γάλα, τα βουνά είναι λευκά επειδή αποτελούνται από γάλα, είναι όμως διαψεύσιμη δήλωση.
Διότι πράγματι μπορείς να πας εκεί και να δεις ότι δεν είναι γάλα. Ενώ να λες ο Αϊνστάιν ο μεγαλύτερος επιστήμονας όλων των εποχών, δεν είναι κατ' ανάγκη επιστημονική δήλωση αυτή, είναι θέμα γνώμης. Εγώ μπορώ να σου πω ότι ο Αρχιμήδης ήταν σημαντικότερος δεδομένης της εποχής του, ας πούμε. Πάρα πολλά πράγματα δηλαδή είναι θέμα γνώμης, δεν είναι αποδείξιμα, δεν είναι υποχρεωτικά.
Οπότε για εμένα η ιδέα ότι η επιστήμη είναι εκείνο το είδος αλήθειας η οποία μπορεί να υποβληθεί σε έλεγχο, δεν εγγράφηκε τότε. Πολύ πρωτόγονη εγγραφή ήταν αυτή.
Αλλά για να φανταστείτε, εμείς δεν είχαμε καν ηλεκτρικό. Δηλαδή εγώ μεγάλωσα σε συνθήκες προ των μινωικών χρόνων. Αχρήματη οικονομία. Κάθε οικογένεια παρήγαγε τα πάντα. Ιπποκράτεια η ιατρική. Μεσαιωνικά έθιμα σε πάρα πολλά πράγματα. Δηλαδή, αν ξύπναγε ένας άνθρωπος σαν κι εμένα στους μινωικούς χρόνους, θα αισθανόταν μια ελαφρά υπεροχή, όπως ένας Αμερικάνος που ερχόταν στην Κρήτη.
Έβλεπα φώτα το βράδυ από την απέναντι μεριά του κόλπου που ήταν ο Άγιος Νικόλαος. Δεν ήξερα καν τι είναι αυτό. Θυμάμαι στην Ιεράπετρα που φτιάχναμε κάτι καραβάκια από γαλατοκούτια, τους βάζαμε λίγο άμμο μέσα για έρμα, τα αφήναμε στο βοριαδάκι και αν προλάβαιναν να χαθούν πριν βουλιάξουν ταξίδευε η φαντασία μας.
Θυμάστε του Φελίνι το Amacord; Τι μαγεία! Κι αν πέρναγε μια φορά το μήνα ένα από αυτά τα υπερπόντια πλοία που μεταφέρανε πετρέλαιο ανοιχτά στο βάθος της θάλασσας και έβλεπες μόνο τα φώτα, ταξίδευε η φαντασία. Οπότε λοιπόν εγώ είμαι ευγνώμων που μεγάλωσα σε ένα τόπο που η περιέργεια δεν ικανοποιούνταν εύκολα».
Αλλάξατε ως μαθητής ή διατηρήσατε την ίδια περιέργεια;
«Βλέπουμε παιδιά να έχουν απίθανη φαντασία, τα οποία πηγαίνουν στο σχολείο και η πίεση, η πίεση της ομοιομορφίας, η πίεση να είσαι με την παρέα, να πηγαίνεις με την παρέα, δρα έτσι λίγο ισοπεδωτικά. Αλλά στα δικά μου χρόνια το σχολείο ήταν δευτερεύουσα επίδραση. Στην Ιεράπετρα όταν ήμουν, το βασικό ήταν να είσαι πολύ καλός στην αλάνα, να μη σε δέρνουν, να δέρνεις, να είσαι καλός στη σφεντόνα.

Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
Εμένα το κορυφαίο σημείο της ζωής μου είναι όταν έγινα υπαρχηγός του μεγαλύτερου αλήτη της πόλης. Έκτοτε η ζωή μου έχει πάρει μόνο κατηφόρα (σ.σ. γέλια).
Ο πατέρας μου είχε πεθάνει όταν ήμουν δέκα χρονών. Έπρεπε μια μάνα να ζήσει χωρίς σύνταξη, με τρία παιδιά. Μια υπέροχη μάνα μας μεγάλωσε με αρχοντιά μέσα στη φτώχεια. Η αρχοντιά είναι σπάνιο πράγμα και δεν έχει να κάνει με τον πλούτο. Βλέπεις κάτι πλούσιους μέσα στη μιζέρια, πω πω!
Τρία βιβλία είχαν μείνει στο σπίτι από τον πατέρα μου. Μέχρι Τρίτη Δημοτικού ήταν ο πατέρας μου και η μάνα μου είχε τελειώσει Δημοτικό. Ο πατέρας μου ήταν οδηγός ενός φορτηγού και μετά είχε κάνει ένα μικρό συνεργείο επισκευής ποδηλάτων. Έξυπνος άνθρωπος, θα είχε προκόψει αν είχε ζήσει. Λοιπόν, είχαν μείνει τρία βιβλία.
Το ένα ήταν ο πρώτος τόμος μιας εγκυκλοπαίδειας της εποχής, του «Ήλιου». Είχα γίνει ξεφτέρι στο άλφα. Ήξερα όλα τα άλφα. Υπήρχε ένα βιβλίο κοινωνικής κριτικής που το διάβαζαν μάλλον οι Αριστεροί της εποχής. Δεν ήξερα εγώ τίποτα από πολιτικά τότε. Max Nordau «Τα κατά συνθήκη Ψεύδη», μια κριτική της υποκρισίας. Μπορώ να σου πω το μόνο πράγμα που είναι σταθερό στη ζωή μου είναι η απέχθεια προς την υποκρισία, με οποιοδήποτε περιτύλιγμα.
Είναι το χειρότερο χαρακτηριστικό. Αν έβαζα ένα αμάρτημα, όπως λέμε τα εφτά αμαρτήματα πάνω πάνω θα ήταν η υποκρισία. Και τι έλειπε ακόμα για να έχω πλήρη βιβλιογραφία; Ένα ερωτικό μυθιστόρημα «Η Κόκκινη Κουρτίνα». Τι άλλο; Τα είχα όλα. Ο Στέφανος δεν ήθελε τίποτα, μέχρι την Τετάρτη Γυμνασίου.
Εντάξει, ήμουν καλός μαθητής, αλλά βασικά το σιχαινόμουν το σχολείο, το θεωρούσα επιβράβευση του κομφορμισμού και της μιζέριας, καθότι όλες οι καλές οικογένειες διαγκωνίζονται ποιο παιδί θα γίνει παραστάτης της σημαίας. Ο υποχρεωτικός εκκλησιασμός, το υποχρεωτικό κατηχητικό. Αυτή είναι η μνήμη που έχω από αυτή την περίοδο μέχρι που φτάνει ένας φιλόλογος. Και μου ανοίγει τον κόσμο. Καταλαβαίνει ότι έχει ένα διψασμένο παιδί στην τάξη. Έμενε δίπλα από το σπίτι μου, με καλεί το βράδυ και αρχίζει να μου δανείζει βιβλία.
Και ανοίγει ιστορία, φιλοσοφία, λογοτεχνία. Ε, αυτό ήταν μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου».
Φεύγοντας από αυτό τον παραδοσιακό πολιτισμό, προς τον Δημόκριτο και το Harvard στη συνέχεια, το είδατε ως απελευθέρωση;
«Μπήκα στο Πολυτεχνείο, καταρχάς, ως ηλεκτρολόγος μηχανικός. Εγώ πάντα είχα προβληματική σχέση με το εκπαιδευτικό σύστημα. Και στο σχολείο, δηλαδή στην Ιεράπετρα, όταν άρχισα να το εχθρεύομαι και να αισθάνομαι ότι η επιβράβευση του σχολείου είναι επιβράβευση του κομφορμισμού, είχα πολύ έντονες αντιδράσεις. Παραλίγο να αποβληθώ από όλα τα σχολεία.
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
Η κακόμοιρη η μάνα μου τα πλήρωσε όλα αυτά. Οι προβλέψεις των καθηγητών ήταν «θα του πηγαίνεις φαγητό στη φυλακή». Οι πιθανότητες ήταν μεγάλες, δεν ήταν μικρές. Δεν είχαν τελείως άδικο (σ. σ. γέλια). Μπήκα με την πρώτη στο Πολυτεχνείο και έχασα τον πρώτο χρόνο. Δεν πάτησα καθόλου. Και μετά πήρα υποτροφία. Βγήκα δεύτερος στην τάξη και ευτυχώς είχα μια πολύ καλή υποτροφία. Μπορούσα να ζω από αυτήν. Εργαζόμουν και σε φροντιστήρια για να βοηθάω και την οικογένειά μου. Ήρθε η μάνα μου στην Αθήνα με τα παιδιά. Η μάνα μου δούλευε εργάτρια στο σπίτι και έκανε κάτι εξαρτήματα σε γυαλιά όρασης.
Δε με κέρδισε το Πολυτεχνείο, οπότε ανέπτυξα ένα ενδιαφέρον για τη φυσική αυτά τα χρόνια. Ένα πολύ καλό που κάνουν τα ιδρύματα αυτά που έχουν καλούς φοιτητές είναι ότι γνώρισα πολλά παιδιά από αστικά περιβάλλοντα που βάζανε πολύ υψηλότερους στόχους στη ζωή τους. Και έτσι έμαθα ότι υπάρχει κάτι που λέγεται μεταπτυχιακές σπουδές, ότι μπορείς να κάνεις σπουδές στη θεωρητική φυσική και έτσι ήδη μέσα από το Πολυτεχνείο πήρα την κατεύθυνση προς τη φυσική.
Με μάγεψε κάποια στιγμή η ιδέα όταν είδα ότι μπορείς όλα τα φαινόμενα του φωτός και του ηλεκτρισμού, την περίφημη ηλεκτρομαγνητική, να τα γράψεις σε ένα χαρτάκι. Ένα χαρτάκι. Μπορώ να σας γράψω εδώ τέσσερις εξισώσεις και μέσα από αυτές τις εξισώσεις, αν ξέρεις τα μαθηματικά, όλη τη φαντασμαγορία των φαινομένων του φωτός μπορείς να τα βγάλεις μέσα από ένα χαρτάκι.
Τα μυστικά του κόσμου σε ένα σκονάκι. Είναι συγκλονιστική εμπειρία, είναι στα όρια του θεϊκού. Να καταλαβαίνεις τον κόσμο τόσο βαθιά. Αυτό ήταν η καθοριστική εμπειρία στο Πολυτεχνείο. Όχι από τα μαθήματα μου κατ' ανάγκην, αλλά από διαβάσματα τα οποία έκανα και εγώ χάρη σε αυτή την παρέα παιδιών, ας πούμε, η οποία ήταν από αστικές οικογένειες».
Υπήρξαν πράγματα που σας δυσκόλεψαν σε αυτή την πορεία; Υπήρξαν δισταγμοί;
«Όχι, είχα πλήρη επίγνωση. Πέρασα από το Δημόκριτο πρώτα, όπου γνώρισα και τον Γιάννη Ηλιόπουλο, έναν άνθρωπο τρία - τέσσερα χρόνια μεγαλύτερο από μένα, ο οποίος έκανε τη θητεία του στην Ελλάδα τότε. Αυτός είχε κάνει διδακτορικό στο Παρίσι. Νομίζω είναι ο καλύτερος Έλληνας θεωρητικός φυσικός και έφτασε πάρα πολύ κοντά στο βραβείο Νόμπελ.
Αυτός μου έκανε ιδιωτικό μάθημα. Διάβαζα μόνος μου. Οπότε έφυγα με τις καλύτερες δυνατές προσδοκίες και ήμουν σε θέση να εκτιμήσω ότι αν είσαι σε ένα περιβάλλον όπου οι μισοί καθηγητές έχουν βραβευθεί με Νόμπελ ή θα πάρουν σύντομα, πρέπει να είσαι τελείως ανόητος να μην καταλαβαίνεις τι ευκαιρία είναι αυτή. Αλλά ο ανώριμος μου εαυτός...
Εμένα το κορυφαίο σημείο της ζωής μου είναι όταν έγινα υπαρχηγός του μεγαλύτερου αλήτη της πόλης. Έκτοτε η ζωή μου έχει πάρει μόνο κατηφόρα (σ.σ. γέλια).
Ο πατέρας μου είχε πεθάνει όταν ήμουν δέκα χρονών. Έπρεπε μια μάνα να ζήσει χωρίς σύνταξη, με τρία παιδιά. Μια υπέροχη μάνα μας μεγάλωσε με αρχοντιά μέσα στη φτώχεια. Η αρχοντιά είναι σπάνιο πράγμα και δεν έχει να κάνει με τον πλούτο. Βλέπεις κάτι πλούσιους μέσα στη μιζέρια, πω πω!
Τρία βιβλία είχαν μείνει στο σπίτι από τον πατέρα μου. Μέχρι Τρίτη Δημοτικού ήταν ο πατέρας μου και η μάνα μου είχε τελειώσει Δημοτικό. Ο πατέρας μου ήταν οδηγός ενός φορτηγού και μετά είχε κάνει ένα μικρό συνεργείο επισκευής ποδηλάτων. Έξυπνος άνθρωπος, θα είχε προκόψει αν είχε ζήσει. Λοιπόν, είχαν μείνει τρία βιβλία.
Το ένα ήταν ο πρώτος τόμος μιας εγκυκλοπαίδειας της εποχής, του «Ήλιου». Είχα γίνει ξεφτέρι στο άλφα. Ήξερα όλα τα άλφα. Υπήρχε ένα βιβλίο κοινωνικής κριτικής που το διάβαζαν μάλλον οι Αριστεροί της εποχής. Δεν ήξερα εγώ τίποτα από πολιτικά τότε. Max Nordau «Τα κατά συνθήκη Ψεύδη», μια κριτική της υποκρισίας. Μπορώ να σου πω το μόνο πράγμα που είναι σταθερό στη ζωή μου είναι η απέχθεια προς την υποκρισία, με οποιοδήποτε περιτύλιγμα.
Είναι το χειρότερο χαρακτηριστικό. Αν έβαζα ένα αμάρτημα, όπως λέμε τα εφτά αμαρτήματα πάνω πάνω θα ήταν η υποκρισία. Και τι έλειπε ακόμα για να έχω πλήρη βιβλιογραφία; Ένα ερωτικό μυθιστόρημα «Η Κόκκινη Κουρτίνα». Τι άλλο; Τα είχα όλα. Ο Στέφανος δεν ήθελε τίποτα, μέχρι την Τετάρτη Γυμνασίου.
Εντάξει, ήμουν καλός μαθητής, αλλά βασικά το σιχαινόμουν το σχολείο, το θεωρούσα επιβράβευση του κομφορμισμού και της μιζέριας, καθότι όλες οι καλές οικογένειες διαγκωνίζονται ποιο παιδί θα γίνει παραστάτης της σημαίας. Ο υποχρεωτικός εκκλησιασμός, το υποχρεωτικό κατηχητικό. Αυτή είναι η μνήμη που έχω από αυτή την περίοδο μέχρι που φτάνει ένας φιλόλογος. Και μου ανοίγει τον κόσμο. Καταλαβαίνει ότι έχει ένα διψασμένο παιδί στην τάξη. Έμενε δίπλα από το σπίτι μου, με καλεί το βράδυ και αρχίζει να μου δανείζει βιβλία.
Και ανοίγει ιστορία, φιλοσοφία, λογοτεχνία. Ε, αυτό ήταν μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου».
Φεύγοντας από αυτό τον παραδοσιακό πολιτισμό, προς τον Δημόκριτο και το Harvard στη συνέχεια, το είδατε ως απελευθέρωση;
«Μπήκα στο Πολυτεχνείο, καταρχάς, ως ηλεκτρολόγος μηχανικός. Εγώ πάντα είχα προβληματική σχέση με το εκπαιδευτικό σύστημα. Και στο σχολείο, δηλαδή στην Ιεράπετρα, όταν άρχισα να το εχθρεύομαι και να αισθάνομαι ότι η επιβράβευση του σχολείου είναι επιβράβευση του κομφορμισμού, είχα πολύ έντονες αντιδράσεις. Παραλίγο να αποβληθώ από όλα τα σχολεία.
Φωτ.: Τζίνα ΣκανδάμηΗ κακόμοιρη η μάνα μου τα πλήρωσε όλα αυτά. Οι προβλέψεις των καθηγητών ήταν «θα του πηγαίνεις φαγητό στη φυλακή». Οι πιθανότητες ήταν μεγάλες, δεν ήταν μικρές. Δεν είχαν τελείως άδικο (σ. σ. γέλια). Μπήκα με την πρώτη στο Πολυτεχνείο και έχασα τον πρώτο χρόνο. Δεν πάτησα καθόλου. Και μετά πήρα υποτροφία. Βγήκα δεύτερος στην τάξη και ευτυχώς είχα μια πολύ καλή υποτροφία. Μπορούσα να ζω από αυτήν. Εργαζόμουν και σε φροντιστήρια για να βοηθάω και την οικογένειά μου. Ήρθε η μάνα μου στην Αθήνα με τα παιδιά. Η μάνα μου δούλευε εργάτρια στο σπίτι και έκανε κάτι εξαρτήματα σε γυαλιά όρασης.
Δε με κέρδισε το Πολυτεχνείο, οπότε ανέπτυξα ένα ενδιαφέρον για τη φυσική αυτά τα χρόνια. Ένα πολύ καλό που κάνουν τα ιδρύματα αυτά που έχουν καλούς φοιτητές είναι ότι γνώρισα πολλά παιδιά από αστικά περιβάλλοντα που βάζανε πολύ υψηλότερους στόχους στη ζωή τους. Και έτσι έμαθα ότι υπάρχει κάτι που λέγεται μεταπτυχιακές σπουδές, ότι μπορείς να κάνεις σπουδές στη θεωρητική φυσική και έτσι ήδη μέσα από το Πολυτεχνείο πήρα την κατεύθυνση προς τη φυσική.
Με μάγεψε κάποια στιγμή η ιδέα όταν είδα ότι μπορείς όλα τα φαινόμενα του φωτός και του ηλεκτρισμού, την περίφημη ηλεκτρομαγνητική, να τα γράψεις σε ένα χαρτάκι. Ένα χαρτάκι. Μπορώ να σας γράψω εδώ τέσσερις εξισώσεις και μέσα από αυτές τις εξισώσεις, αν ξέρεις τα μαθηματικά, όλη τη φαντασμαγορία των φαινομένων του φωτός μπορείς να τα βγάλεις μέσα από ένα χαρτάκι.
Τα μυστικά του κόσμου σε ένα σκονάκι. Είναι συγκλονιστική εμπειρία, είναι στα όρια του θεϊκού. Να καταλαβαίνεις τον κόσμο τόσο βαθιά. Αυτό ήταν η καθοριστική εμπειρία στο Πολυτεχνείο. Όχι από τα μαθήματα μου κατ' ανάγκην, αλλά από διαβάσματα τα οποία έκανα και εγώ χάρη σε αυτή την παρέα παιδιών, ας πούμε, η οποία ήταν από αστικές οικογένειες».
Υπήρξαν πράγματα που σας δυσκόλεψαν σε αυτή την πορεία; Υπήρξαν δισταγμοί;
«Όχι, είχα πλήρη επίγνωση. Πέρασα από το Δημόκριτο πρώτα, όπου γνώρισα και τον Γιάννη Ηλιόπουλο, έναν άνθρωπο τρία - τέσσερα χρόνια μεγαλύτερο από μένα, ο οποίος έκανε τη θητεία του στην Ελλάδα τότε. Αυτός είχε κάνει διδακτορικό στο Παρίσι. Νομίζω είναι ο καλύτερος Έλληνας θεωρητικός φυσικός και έφτασε πάρα πολύ κοντά στο βραβείο Νόμπελ.
Αυτός μου έκανε ιδιωτικό μάθημα. Διάβαζα μόνος μου. Οπότε έφυγα με τις καλύτερες δυνατές προσδοκίες και ήμουν σε θέση να εκτιμήσω ότι αν είσαι σε ένα περιβάλλον όπου οι μισοί καθηγητές έχουν βραβευθεί με Νόμπελ ή θα πάρουν σύντομα, πρέπει να είσαι τελείως ανόητος να μην καταλαβαίνεις τι ευκαιρία είναι αυτή. Αλλά ο ανώριμος μου εαυτός...

Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
Είχε ένα χρόνο να με δει ο advisor μου. Πήγα και μου είπαν αμέσως ότι είναι οι καλύτερες απαντήσεις σε εξετάσεις διατριβής για πολλά χρόνια στο Χάρβαρντ. Και δεν ξαναπάτησα. Υπάρχει μια ανωμαλία στο χαρακτήρα μου.
Όταν με πλησιάζει η επιτυχία, πανικοβάλλομαι. Ανωριμότητες αυτά. Δεν θέλω να τα εξιδανικεύω δηλαδή. Άμα βλέπεις τον εαυτό σου με μια σχετική απόσταση και μια κριτική διάθεση, δε χρειάζεται να τον χαϊδεύεις συνέχεια. Εντάξει, δεν τα έκανες και τελείως μαντάρα (σ.σ. γέλια)».
Λέτε συχνά ότι έχετε την τάση να χύνετε το γάλα...
«Ναι, επιβεβαιώνεται και αυτό. Τώρα υπήρχε και ένας δεύτερος λόγος. Δεν θέλω να τον τονίζω γιατί...
Πήγα εκεί με ένα αίσθημα ενοχής, όταν πάρα πολλοί από τους φίλους μου είχαν πιαστεί, είχαν βασανιστεί. Οπότε όσοι είμαστε εκεί αισθανθήκαμε ένοχοι ότι απολαμβάναμε το προνόμιο του να πηγαίνεις στη χώρα που τη θεωρούσαμε υπεύθυνη για τη δικτατορία στην Ελλάδα.
Και να απολαμβάνεις όλα τα προνόμια του να είσαι σε ένα μεγάλο πανεπιστήμιο και επομένως αύριο μεθαύριο να γυρίσεις και στην ουσία να γίνεις ο πομπός του κύρους της χώρας που τη θεωρούσαμε υπεύθυνη από τις πεποιθήσεις που είχαμε εκείνη την περίοδο.
Ο λαϊκός άνθρωπος βιώνει πιο έντονα τις αντιφάσεις τις ηθικές. Θυμάμαι τα Ιουλιανά, πήγαινα κάθε μέρα, τρώγαμε ξύλο, δεν ήμουν σε οργάνωση, αλλά θεωρούσα ότι προσβλήθηκα σαν πολίτης όταν ένα παλιόπαιδο, ο βασιλιάς, απέλυε τον πρωθυπουργό της χώρας σου. Έχεις υποχρέωση να πηγαίνεις εκεί. Σαν ηθική υποχρέωση ήταν αυτό και όχι σαν συντεταγμένη του κόμματος».
Όταν αφήσατε το διδακτορικό, δεν νομίζω ότι το μετανιώσατε.
«Όχι. Έζησα μια ενδιαφέρουσα ζωή. Αλλά με ποια έννοια ενδιαφέρουσα ζωή; Την ξέρετε την ευχή της Εβραίας μάνας στο παιδί της; Ο Θεός να σε φυλάει παιδί μου από μια ενδιαφέρουσα ζωή.
Διότι έμεινα επί 8 χρόνια χωρίς βίζα, χωρίς χρήματα, με δουλειές ευκαιρίας. Να είναι καλά η τότε σύζυγός μου, η οποία δούλευε λίγο περισσότερο και είχαμε κανένα φράγκο να παίρνουμε τσιγάρα. Τέσσερα πακέτα τη μέρα. Δεν ήτανε φθηνό πάθος (σ.σ. γέλια).
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
Υπήρχε ένα αίσθημα περιθωρίου και τότε άρχισα να γράφω. Τότε, είναι η μεγάλη ανακάλυψη. Δικά μου ερωτήματα βγήκαν. Δεν έγραφα απλώς για να γράψω ένα βιβλίο κβαντομηχανικής, αλλά για να απαντήσω ερωτήματα».
Ερωτήματα από τον αυθάδη μαθητή.
«Ακριβώς. Εντάξει, τους άλλους τους έπεισες, εσύ όμως πώς το σκέφτεσαι αυτό; Αυθάδης μαθητής δηλαδή. Τότε καλλιεργήθηκε μέσα μου και έμαθα αυτό που μπορώ να πω ότι είναι ίσως η πιο βαθιά εμπειρία της ζωής μου.
Όταν είσαι από αυτά τα παιδιά, τα έξυπνα υποτίθεται, γίνεσαι ένα είδος άλογου κούρσας που επενδύουν διάφοροι σε εσένα. Πρώτα το χωριό σου, μετά η μικρή σου πόλη. Η μάνα μου δεν είχε τέτοια. Είχε αγάπη για το παιδί της. Δεν ήτανε οι προσδοκίες της τέτοιου τύπου. Ομολογώ ότι με αυτή την εμπειρία εκτίμησα τον εαυτό μου, κέρδισα τον αυτοσεβασμό μου, είδα ότι μπορούσα να κάνω πράγματα επειδή τα αγαπούσα με την απόλυτη αποδοκιμασία όλου του περιβάλλοντος που είχε επενδύσει πάρα πολύ σε μένα.
Έτσι και εγώ ήμουν ένα περιθώριο. Οπότε νομίζω αυτή την περίοδο, την έρημο, τα δέκα χρόνια στην έρημο, τα εκτιμώ πάρα πολύ. Ας πούμε, με διαμόρφωσαν, στραπατσαρίστηκα και έτσι μαθαίνεις να είσαι λίγο πιο άνθρωπος. Καταλαβαίνεις ότι είσαι ευάλωτος. Πραγματικά, είμαι ευγνώμων γι' αυτά τα χρόνια της ζωής μου».
Και μετά ήρθαν οι άνθρωποι από το Πανεπιστήμιο Κρήτης, η επιτροπή σωτηρίας!
«Ναι, επιτροπή σωτηρίας. Εντωμεταξύ, πολλοί επένδυαν τότε στη γειτονιά του Χάρλεμ, κοντά στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και ψάχνανε μπογιατζήδες. Αυτή ήταν η προοπτική μου. Πήγα στην Κρήτη. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν αυτοπεποίθηση και διάλεξαν κάποιον που δεν είχε καν διδακτορικό. Αυτό νομίζω είναι ύμνος για το πανεπιστήμιο».
Σας παρότρυναν να κατεθέσετε διατριβή.
«Και να γίνω καθηγητής. Θα αισθανόμουν σαν να πρόδιδα τον καλύτερό μου εαυτό. Δεν μου άρεσε αυτό, δεν το έκανα. Και προς τιμήν τους δέχτηκαν έναν άνθρωπο σαν κι εμένα. Δίδαξα τα καλύτερα μαθήματα του τμήματος, ήμουν στην Επιτροπή Σπουδών, στην Επιτροπή Μεταπτυχιακών Εξετάσεων, στα θερινά σχολεία.
Στην ουσία, αν τα βλέπετε αυτά τυπικά, όλα θα ήταν παράνομα. Οι ιδιαίτερες περιπτώσεις δεν είναι ποτέ σίγουρο στοίχημα. Διάλεξα να κάνω και τα δικά μου πράγματα, να συνεχίσω να γράφω. Μετά μπήκε το στοίχημα των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης».
Οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης εντωμεταξύ είναι αυτοχρηματοδοτούμενες.
«Εγώ αυτό που κουβάλησα και από την πολιτική μου εμπειρία είναι ότι ο κρατισμός σκοτώνει. Ήθελα να φτιάξω έναν θεσμό ο οποίος να αποδεικνύει ότι μπορεί να ζει κερδίζοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών εκεί έξω και όχι από το κράτος.
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
Και για να κερδίσεις την εμπιστοσύνη των πολιτών πρέπει να κάνεις δουλειά που έχει ποιότητα. Να πιστέψεις ότι εκεί έξω υπάρχει μια κοινωνία πολιτών που εκτιμά την ποιότητα και με τη δική της ελεύθερη επιλογή, αγοράζοντας τα βιβλία.
Θεωρούσα πάντα το βιβλιοπωλείο έναν ναό του ελεύθερου πολίτη, όπου μακριά από το μάτι του κάθε Μεγάλου Αδελφού, είτε αυτό λέγεται κράτος, είτε λέγεται κόμμα, είτε λέγεται θρησκεία, οι πολίτες πηγαίνουν και βάζουν το χέρι στην τσέπη και με τη δική τους ελεύθερη επιλογή επιλέγουν ιδέες.
Εγώ θυμάμαι συχνά να είμαι στο βιβλιοπωλείο του Κωσταράκη που είχε επιστημονικά βιβλία, να είναι κάποιος δίπλα μου, να παίρνει το δικό μου βιβλίο που ήταν κάπου εκεί και να το ξαναφήνει. «Πω πω τι έκανα και δεν τον κέρδισα;» σκεφτόμουν. Το να θες να κατακτήσεις έναν ελεύθερο άνθρωπο. Αυτό δεν είναι η περιπέτεια του να γράφεις ένα βιβλίο; Γράφονται βιβλία για αιχμαλώτους;
Θυμάμαι τις αντιδράσεις των ανθρώπων όταν πρωτοξεκινήσαμε. «Μα έχεις δει ποτέ πανεπιστήμιο να κάνει κάτι που να έχει ποιότητα;» μου έλεγαν. Έχετε δει πολίτες που να περιμένουν ποιότητα από το Δημόσιο; Δεν την περιμένουν.
Ήθελα να διαψεύσω ένα κοινωνικό θεώρημα που λέει ότι Δημόσιο και ποιότητα και αποτελεσματικότητα είναι ασυμβίβαστα. Το αποδείξαμε ότι δεν είναι ασυμβίβαστα».
Το επόμενο βιβλίο σας θα είναι για την τεχνητή νοημοσύνη.
«Ο τίτλος θα είναι «Η εκδίκηση του πυριτίου». Λοιπόν, να ξεκινήσω μια μικρή ιστορία. Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν, ήταν δύο αδέρφια, ο άνθρακας και το πυρίτιο. Γιατί τα λέμε αδέρφια; Γιατί είναι δίπλα δίπλα το ένα κάτω από το άλλο στον περιοδικό πίνακα. Μεταξύ τους παίχτηκε και η πρώτη μεγάλη μάχη για τα πρωτοτόκια. Ε, ποιος θα είναι το στοιχείο της ζωής; Ο άνθρακας. Το πυρίτιο έχασε τη μάχη.
Η τεχνητή νοημοσύνη όμως αποτελείται από πυρίτιο. Αφιέρωσα κάπου σαράντα μέρες. Είχα μια περιέργεια για μερικά από τα νεανικά μου επιστημονικά ερωτήματα να κάτσω να τα σκεφτώ με το ChatGPT. Αφιέρωσα σαράντα μέρες χωρίς να κάνω τίποτα άλλο. Είναι κάτι συγκλονιστικό.
Γνωρίζοντας και τη θεμελιώδη επιστήμη που έχει μέσα του και το πώς δουλεύουν αυτά τα νευρωνικά δίκτυα, αισθάνθηκα μια βαθιά υπερηφάνεια για το είδος μας. Και ταυτόχρονα να ανοίγεις το παράθυρο και να κοιτάζεις έναν κόσμο ο οποίος είναι έτοιμος να τα τινάξει όλα στον αέρα! Αυτό το τρομερό είδος, το ικανό για τα μέγιστα καλά και τα μέγιστα κακά. Ομολογώ ότι ήταν μια από τις ίσως πιο δυνατές εμπειρίες της ζωής μου και αυτό με ώθησε να συνεχίσω να γράφω αυτό το βιβλίο.
Είχε ένα χρόνο να με δει ο advisor μου. Πήγα και μου είπαν αμέσως ότι είναι οι καλύτερες απαντήσεις σε εξετάσεις διατριβής για πολλά χρόνια στο Χάρβαρντ. Και δεν ξαναπάτησα. Υπάρχει μια ανωμαλία στο χαρακτήρα μου.
Όταν με πλησιάζει η επιτυχία, πανικοβάλλομαι. Ανωριμότητες αυτά. Δεν θέλω να τα εξιδανικεύω δηλαδή. Άμα βλέπεις τον εαυτό σου με μια σχετική απόσταση και μια κριτική διάθεση, δε χρειάζεται να τον χαϊδεύεις συνέχεια. Εντάξει, δεν τα έκανες και τελείως μαντάρα (σ.σ. γέλια)».
Λέτε συχνά ότι έχετε την τάση να χύνετε το γάλα...
«Ναι, επιβεβαιώνεται και αυτό. Τώρα υπήρχε και ένας δεύτερος λόγος. Δεν θέλω να τον τονίζω γιατί...
Πήγα εκεί με ένα αίσθημα ενοχής, όταν πάρα πολλοί από τους φίλους μου είχαν πιαστεί, είχαν βασανιστεί. Οπότε όσοι είμαστε εκεί αισθανθήκαμε ένοχοι ότι απολαμβάναμε το προνόμιο του να πηγαίνεις στη χώρα που τη θεωρούσαμε υπεύθυνη για τη δικτατορία στην Ελλάδα.
Και να απολαμβάνεις όλα τα προνόμια του να είσαι σε ένα μεγάλο πανεπιστήμιο και επομένως αύριο μεθαύριο να γυρίσεις και στην ουσία να γίνεις ο πομπός του κύρους της χώρας που τη θεωρούσαμε υπεύθυνη από τις πεποιθήσεις που είχαμε εκείνη την περίοδο.
Ο λαϊκός άνθρωπος βιώνει πιο έντονα τις αντιφάσεις τις ηθικές. Θυμάμαι τα Ιουλιανά, πήγαινα κάθε μέρα, τρώγαμε ξύλο, δεν ήμουν σε οργάνωση, αλλά θεωρούσα ότι προσβλήθηκα σαν πολίτης όταν ένα παλιόπαιδο, ο βασιλιάς, απέλυε τον πρωθυπουργό της χώρας σου. Έχεις υποχρέωση να πηγαίνεις εκεί. Σαν ηθική υποχρέωση ήταν αυτό και όχι σαν συντεταγμένη του κόμματος».
Όταν αφήσατε το διδακτορικό, δεν νομίζω ότι το μετανιώσατε.
«Όχι. Έζησα μια ενδιαφέρουσα ζωή. Αλλά με ποια έννοια ενδιαφέρουσα ζωή; Την ξέρετε την ευχή της Εβραίας μάνας στο παιδί της; Ο Θεός να σε φυλάει παιδί μου από μια ενδιαφέρουσα ζωή.
Διότι έμεινα επί 8 χρόνια χωρίς βίζα, χωρίς χρήματα, με δουλειές ευκαιρίας. Να είναι καλά η τότε σύζυγός μου, η οποία δούλευε λίγο περισσότερο και είχαμε κανένα φράγκο να παίρνουμε τσιγάρα. Τέσσερα πακέτα τη μέρα. Δεν ήτανε φθηνό πάθος (σ.σ. γέλια).
Φωτ.: Τζίνα ΣκανδάμηΥπήρχε ένα αίσθημα περιθωρίου και τότε άρχισα να γράφω. Τότε, είναι η μεγάλη ανακάλυψη. Δικά μου ερωτήματα βγήκαν. Δεν έγραφα απλώς για να γράψω ένα βιβλίο κβαντομηχανικής, αλλά για να απαντήσω ερωτήματα».
Ερωτήματα από τον αυθάδη μαθητή.
«Ακριβώς. Εντάξει, τους άλλους τους έπεισες, εσύ όμως πώς το σκέφτεσαι αυτό; Αυθάδης μαθητής δηλαδή. Τότε καλλιεργήθηκε μέσα μου και έμαθα αυτό που μπορώ να πω ότι είναι ίσως η πιο βαθιά εμπειρία της ζωής μου.
Όταν είσαι από αυτά τα παιδιά, τα έξυπνα υποτίθεται, γίνεσαι ένα είδος άλογου κούρσας που επενδύουν διάφοροι σε εσένα. Πρώτα το χωριό σου, μετά η μικρή σου πόλη. Η μάνα μου δεν είχε τέτοια. Είχε αγάπη για το παιδί της. Δεν ήτανε οι προσδοκίες της τέτοιου τύπου. Ομολογώ ότι με αυτή την εμπειρία εκτίμησα τον εαυτό μου, κέρδισα τον αυτοσεβασμό μου, είδα ότι μπορούσα να κάνω πράγματα επειδή τα αγαπούσα με την απόλυτη αποδοκιμασία όλου του περιβάλλοντος που είχε επενδύσει πάρα πολύ σε μένα.
Έτσι και εγώ ήμουν ένα περιθώριο. Οπότε νομίζω αυτή την περίοδο, την έρημο, τα δέκα χρόνια στην έρημο, τα εκτιμώ πάρα πολύ. Ας πούμε, με διαμόρφωσαν, στραπατσαρίστηκα και έτσι μαθαίνεις να είσαι λίγο πιο άνθρωπος. Καταλαβαίνεις ότι είσαι ευάλωτος. Πραγματικά, είμαι ευγνώμων γι' αυτά τα χρόνια της ζωής μου».
Και μετά ήρθαν οι άνθρωποι από το Πανεπιστήμιο Κρήτης, η επιτροπή σωτηρίας!
«Ναι, επιτροπή σωτηρίας. Εντωμεταξύ, πολλοί επένδυαν τότε στη γειτονιά του Χάρλεμ, κοντά στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και ψάχνανε μπογιατζήδες. Αυτή ήταν η προοπτική μου. Πήγα στην Κρήτη. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν αυτοπεποίθηση και διάλεξαν κάποιον που δεν είχε καν διδακτορικό. Αυτό νομίζω είναι ύμνος για το πανεπιστήμιο».
Σας παρότρυναν να κατεθέσετε διατριβή.
«Και να γίνω καθηγητής. Θα αισθανόμουν σαν να πρόδιδα τον καλύτερό μου εαυτό. Δεν μου άρεσε αυτό, δεν το έκανα. Και προς τιμήν τους δέχτηκαν έναν άνθρωπο σαν κι εμένα. Δίδαξα τα καλύτερα μαθήματα του τμήματος, ήμουν στην Επιτροπή Σπουδών, στην Επιτροπή Μεταπτυχιακών Εξετάσεων, στα θερινά σχολεία.
Στην ουσία, αν τα βλέπετε αυτά τυπικά, όλα θα ήταν παράνομα. Οι ιδιαίτερες περιπτώσεις δεν είναι ποτέ σίγουρο στοίχημα. Διάλεξα να κάνω και τα δικά μου πράγματα, να συνεχίσω να γράφω. Μετά μπήκε το στοίχημα των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης».
Οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης εντωμεταξύ είναι αυτοχρηματοδοτούμενες.
«Εγώ αυτό που κουβάλησα και από την πολιτική μου εμπειρία είναι ότι ο κρατισμός σκοτώνει. Ήθελα να φτιάξω έναν θεσμό ο οποίος να αποδεικνύει ότι μπορεί να ζει κερδίζοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών εκεί έξω και όχι από το κράτος.
Φωτ.: Τζίνα ΣκανδάμηΚαι για να κερδίσεις την εμπιστοσύνη των πολιτών πρέπει να κάνεις δουλειά που έχει ποιότητα. Να πιστέψεις ότι εκεί έξω υπάρχει μια κοινωνία πολιτών που εκτιμά την ποιότητα και με τη δική της ελεύθερη επιλογή, αγοράζοντας τα βιβλία.
Θεωρούσα πάντα το βιβλιοπωλείο έναν ναό του ελεύθερου πολίτη, όπου μακριά από το μάτι του κάθε Μεγάλου Αδελφού, είτε αυτό λέγεται κράτος, είτε λέγεται κόμμα, είτε λέγεται θρησκεία, οι πολίτες πηγαίνουν και βάζουν το χέρι στην τσέπη και με τη δική τους ελεύθερη επιλογή επιλέγουν ιδέες.
Εγώ θυμάμαι συχνά να είμαι στο βιβλιοπωλείο του Κωσταράκη που είχε επιστημονικά βιβλία, να είναι κάποιος δίπλα μου, να παίρνει το δικό μου βιβλίο που ήταν κάπου εκεί και να το ξαναφήνει. «Πω πω τι έκανα και δεν τον κέρδισα;» σκεφτόμουν. Το να θες να κατακτήσεις έναν ελεύθερο άνθρωπο. Αυτό δεν είναι η περιπέτεια του να γράφεις ένα βιβλίο; Γράφονται βιβλία για αιχμαλώτους;
Θυμάμαι τις αντιδράσεις των ανθρώπων όταν πρωτοξεκινήσαμε. «Μα έχεις δει ποτέ πανεπιστήμιο να κάνει κάτι που να έχει ποιότητα;» μου έλεγαν. Έχετε δει πολίτες που να περιμένουν ποιότητα από το Δημόσιο; Δεν την περιμένουν.
Ήθελα να διαψεύσω ένα κοινωνικό θεώρημα που λέει ότι Δημόσιο και ποιότητα και αποτελεσματικότητα είναι ασυμβίβαστα. Το αποδείξαμε ότι δεν είναι ασυμβίβαστα».
Το επόμενο βιβλίο σας θα είναι για την τεχνητή νοημοσύνη.
«Ο τίτλος θα είναι «Η εκδίκηση του πυριτίου». Λοιπόν, να ξεκινήσω μια μικρή ιστορία. Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν, ήταν δύο αδέρφια, ο άνθρακας και το πυρίτιο. Γιατί τα λέμε αδέρφια; Γιατί είναι δίπλα δίπλα το ένα κάτω από το άλλο στον περιοδικό πίνακα. Μεταξύ τους παίχτηκε και η πρώτη μεγάλη μάχη για τα πρωτοτόκια. Ε, ποιος θα είναι το στοιχείο της ζωής; Ο άνθρακας. Το πυρίτιο έχασε τη μάχη.
Η τεχνητή νοημοσύνη όμως αποτελείται από πυρίτιο. Αφιέρωσα κάπου σαράντα μέρες. Είχα μια περιέργεια για μερικά από τα νεανικά μου επιστημονικά ερωτήματα να κάτσω να τα σκεφτώ με το ChatGPT. Αφιέρωσα σαράντα μέρες χωρίς να κάνω τίποτα άλλο. Είναι κάτι συγκλονιστικό.
Γνωρίζοντας και τη θεμελιώδη επιστήμη που έχει μέσα του και το πώς δουλεύουν αυτά τα νευρωνικά δίκτυα, αισθάνθηκα μια βαθιά υπερηφάνεια για το είδος μας. Και ταυτόχρονα να ανοίγεις το παράθυρο και να κοιτάζεις έναν κόσμο ο οποίος είναι έτοιμος να τα τινάξει όλα στον αέρα! Αυτό το τρομερό είδος, το ικανό για τα μέγιστα καλά και τα μέγιστα κακά. Ομολογώ ότι ήταν μια από τις ίσως πιο δυνατές εμπειρίες της ζωής μου και αυτό με ώθησε να συνεχίσω να γράφω αυτό το βιβλίο.

Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
Μέχρι τώρα πολλές φορές εκχωρήσαμε σε μηχανές καθήκοντά μας. Αλλά τώρα καλούμαστε ως είδος να εκχωρήσουμε το κορυφαίο, το σκέπτεσθαι. Και νομίζω ότι είναι μια ανθρωπολογική πρόκληση για μία ανθρωπότητα ικανή να ανυψωθεί στο υψηλότερο επίπεδο. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα για το υψηλό. Μόνο έτσι μπορεί να αντιμετωπιστεί και να είναι μια δημιουργική δύναμη.
Πραγματικά, ενέχει τον θαυμασμό για τις απίστευτες ικανότητες δημιουργικότητας του είδους μας και τον τρόμο από την αδυναμία του είδους μας, πολιτισμική αδυναμία και ανωριμότητα να το διαχειριστεί προς όφελός του. Αυτό θα ήθελα να βγάλω αν μπορώ από αυτό το βιβλίο».
Τελικά, πώς σκέφτεται τη ζωή και τον θάνατο ένας άνθρωπος της επιστήμης;
«Αρκετός κόσμος θεωρεί ότι οι επιστήμονες νομίζουν ότι η επιστήμη είναι το παν. Εγώ θέλω να πω ότι δεν είναι πασπαρτού η επιστήμη. Δεν απαντάει στα μεγάλα ερωτήματα, ούτε στο ζήτημα της ευτυχίας στη ζωή μας. Δεν απαντάει, και πολύ περισσότερο δεν απαντάει στις μεγάλες αγωνίες όπως τον θάνατο, την απώλεια αγαπημένου προσώπου.
Οπότε εγώ ήμουν τυχερός να ακουμπήσω σε έναν λαϊκό πολιτισμό που είχε γνησιότητα ακόμα, σε μια λαϊκή χριστιανοσύνη που διαχειριζόταν με πολύ μεγαλύτερη ταπεινότητα τα ανθρώπινα. Τον θάνατο, την απώλεια, την αρρώστια.
Τα διαχειρίζομαι με τον παραδοσιακό άνθρωπο μέσα μου. Παίρνω τα βουνά, τα παλιά μονοπάτια. Πάω σε διάφορα ξωκλήσια σαν αγνωστικιστής, θυμάμαι και ψάλλω και κάτι.
Οπότε δεν ακουμπάω στην επιστήμη. Δεν με παρηγορεί».
Μέχρι τώρα πολλές φορές εκχωρήσαμε σε μηχανές καθήκοντά μας. Αλλά τώρα καλούμαστε ως είδος να εκχωρήσουμε το κορυφαίο, το σκέπτεσθαι. Και νομίζω ότι είναι μια ανθρωπολογική πρόκληση για μία ανθρωπότητα ικανή να ανυψωθεί στο υψηλότερο επίπεδο. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα για το υψηλό. Μόνο έτσι μπορεί να αντιμετωπιστεί και να είναι μια δημιουργική δύναμη.
Πραγματικά, ενέχει τον θαυμασμό για τις απίστευτες ικανότητες δημιουργικότητας του είδους μας και τον τρόμο από την αδυναμία του είδους μας, πολιτισμική αδυναμία και ανωριμότητα να το διαχειριστεί προς όφελός του. Αυτό θα ήθελα να βγάλω αν μπορώ από αυτό το βιβλίο».
Τελικά, πώς σκέφτεται τη ζωή και τον θάνατο ένας άνθρωπος της επιστήμης;
«Αρκετός κόσμος θεωρεί ότι οι επιστήμονες νομίζουν ότι η επιστήμη είναι το παν. Εγώ θέλω να πω ότι δεν είναι πασπαρτού η επιστήμη. Δεν απαντάει στα μεγάλα ερωτήματα, ούτε στο ζήτημα της ευτυχίας στη ζωή μας. Δεν απαντάει, και πολύ περισσότερο δεν απαντάει στις μεγάλες αγωνίες όπως τον θάνατο, την απώλεια αγαπημένου προσώπου.
Οπότε εγώ ήμουν τυχερός να ακουμπήσω σε έναν λαϊκό πολιτισμό που είχε γνησιότητα ακόμα, σε μια λαϊκή χριστιανοσύνη που διαχειριζόταν με πολύ μεγαλύτερη ταπεινότητα τα ανθρώπινα. Τον θάνατο, την απώλεια, την αρρώστια.
Τα διαχειρίζομαι με τον παραδοσιακό άνθρωπο μέσα μου. Παίρνω τα βουνά, τα παλιά μονοπάτια. Πάω σε διάφορα ξωκλήσια σαν αγνωστικιστής, θυμάμαι και ψάλλω και κάτι.
Οπότε δεν ακουμπάω στην επιστήμη. Δεν με παρηγορεί».





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου