Οι Έλληνες της Βασιλικής Εταιρείας
Οι λίγοι και όχι απλώς καλοί αλλά άριστοι έλληνες επιστήμονες που έγιναν μέλη της Βασιλικής Εταιρείας τον 21ο αιώνα διεξήγαγαν το πρωτοποριακό ερευνητικό έργο τους στην αλλοδαπή.
Nullius in verba. Αυτή η λατινική προτροπή να μην πιστεύουμε κανέναν στα τυφλά είναι το μότο της Βασιλικής Εταιρείας (Royal Society) από συστάσεώς της, το 1660 στο Λονδίνο. Προφανώς το μότο της αρχαιότερης εν συνεχή λειτουργία επιστημονικής εταιρείας δεν είναι διόλου τυχαίο.
Διατρανώνει την ακλόνητη πίστη των ιδρυτικών μελών της, στόχος των οποίων ήταν η διερεύνηση των φυσικών φαινομένων, στην πειραματική απόδειξη. Πράγματι, τίποτε δεν γινόταν δεκτό ως αληθινό αν τα μέλη δεν αποδείκνυαν πειραματικά, με επίδειξη στο αμφιθέατρο, τους ισχυρισμούς τους.
Και τι μέλη! Από τον Νεύτωνα και τον Μπόιλ στα πρώτα χρόνια της ίδρυσής της μέχρι τον Φάραντεϊ, τον Κέλβιν και τον Δαρβίνο τον 19ο αιώνα, αλλά και τους Αϊνστάιν, Τιούρινγκ, και Χόκινγκ τον 20ό αιώνα, ο κατάλογος είναι αξιοθαύμαστος. Και περιλαμβάνει γύρω στα 10.000 μέλη, Βρετανούς και μη, καθώς ποτέ η εθνικότητα δεν αποτέλεσε κριτήριο εισαγωγής στους κόλπους της εταιρείας: τα κριτήρια ήταν πάντοτε αμιγώς επιστημονικά.
Ο πρώτος που καταχωρήθηκε ως «Ελληνας» στα αρχεία της Εταιρείας είναι ο εκ Χίου ορμώμενος Εμμανουήλ Τιμόνης (1665-1718), γιατρός και δραγουμάνος του Σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη. Εξελέγη το 1703 για το έργο του στην επιδημιολογία. Πιστώνεται δε την εισαγωγή στη Βρετανία της ιδέας του εμβολιασμού! Ογδόντα πέντε χρόνια αργότερα, το 1788, εκλέγεται ο διδάσκαλος του Γένους Ευγένιος Βούλγαρης (1717-1806) για το έργο του στη Φυσική Φιλοσοφία και τα Μαθηματικά.
Πέρασαν πάνω από δύο αιώνες μέχρι ένας ακόμη Ελληνας να διαβεί το κατώφλι της Βασιλικής Εταιρείας. Το 2003 εξελέγη ο μοριακός και αναπτυξιακός βιολόγος Φώτης Καφάτος (1940-2017), ακολουθούμενος το 2018 από τον επίσης αναπτυξιακό βιολόγο και νευροεπιστήμονα Βασίλη Πάχνη, κύριο ερευνητή στο Ινστιτούτο Φράνσις Κρικ στο Λονδίνο.
Ακολούθησαν το 2019 ο Παρασκευάς Σφήκας, καθηγητής στο Τμήμα Φυσικής του ΕΚΠΑ, για το έργο του στη Φυσική Στοιχειωδών Σωματιδίων (πραγματοποιήθηκε στο CERN) και το 2024 ο Γιώργος Μαλλιάρας του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ για το έργο του στη Βιοηλεκτρονική, την Επιστήμη των Υλικών και τη Μηχανική.
Οι λίγοι και όχι απλώς καλοί αλλά άριστοι έλληνες επιστήμονες που έγιναν μέλη της Βασιλικής Εταιρείας τον 21ο αιώνα διεξήγαγαν το πρωτοποριακό ερευνητικό έργο τους στην αλλοδαπή.
Θα μπορούσαν άραγε να έχουν διαπρέψει παραμένοντας στην Ελλάδα; Φοβάμαι πως η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική, αντικατοπτρίζοντας τη διαχρονική αδυναμία μας να εκτιμήσουμε τη συμβολή της βασικής έρευνας στην ευημερία της χώρας. Μια αλλαγή οπτικής στο θέμα κρίνεται επιβεβλημένη.






Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου